Η CF Moto 700MT είναι από εκείνες τις μοτοσυκλέτες που στα χαρτιά σε κάνουν να κρατάς μια επιφύλαξη. Τα περίπου 240 κιλά ακούγονται πολλά. Στην πράξη όμως, δεν τα νιώθεις πουθενά.
Ούτε στατικά. Ούτε όταν τη σπρώχνεις με τα χέρια. Ούτε φυσικά όταν αρχίσει να κινείται.
Σε σύγκριση με το BMW R850GS που έχω, και που παρουσιάζεται με παρόμοιο βάρος, η διαφορά στην αίσθηση είναι τεράστια. Το CF Moto δείχνει πολύ πιο ελαφρύ, πιο μαζεμένο και πολύ πιο εύκολο.
Η 700MT, παρόλο τον σχεδιασμό της που παραπέμπει σε Adventure, στην ουσία είναι μια μοτοσυκλέτα παντός δρόμου. Με προτεραιότητα την άσφαλτο, αλλά χωρίς άγχος αν η διαδρομή σου σε βγάλει και σε χωματόδρομο.
Ο μπροστινός τροχός στις 19 ίντσες παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό, όπως και η γενικότερη φιλοσοφία της μοτοσυκλέτας.
Η εμφάνιση είναι κάτι που θέλει λίγο χρόνο. Δεν σε κερδίζει με την πρώτη ματιά. Αλλά όσο τη ζεις, τόσο σου «κάθεται». It grows on you.
Στην τιμή των περίπου 6.750 ευρώ, με τρεις αλουμινένιες βαλίτσες στην προσφορά, θεωρώ ότι είναι από τις πιο δυνατές προτάσεις της αγοράς αυτή τη στιγμή.
Έρχεται με:
θερμαινόμενα grip θερμαινόμενη σέλα traction control σύνδεση με κινητό κάγκελα προστασίας βάσεις βαλιτσών και με την τωρινή προσφορά τις ίδιες τις βαλίτσες
Παίρνεις δηλαδή ένα μηχανάκι έτοιμο να το πάρεις και να φύγεις. Το μόνο που του λείπει, για μένα, είναι προβολάκια και κεντρικός ορθοστάτης.
Ο κινητήρας έχει χαρακτήρα, αλλά έχει και μικρά θεματάκια.
Στις χαμηλές στροφές ο ψεκασμός κάνει ένα μικρό «λόξιγκα». Το ρελαντί είναι λίγο ψηλά. Η μετάδοση είναι κοντή.
Με 110 χλμ/ώρα είσαι περίπου στις 5.000 στροφές. Κινείσαι τις περισσότερες φορές με 6η. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει για 7η.
Το κιβώτιο είναι σκληρό. Και η νεκρά εν στάση δεν βρίσκεται πάντα εύκολα (σχεδόν ποτέ, θα έλεγα).
Ίσως με τα χιλιόμετρα ή με άλλη ποιότητα λαδιών να βελτιωθεί. Αυτό δεν το ξέρω.
Οι αναρτήσεις έχουν σφιχτή λειτουργία, αλλά δεν κοπανάνε. Η πίσω μπορεί να αντιδράσει λίγο απότομα σε βαθιά λακκούβα ή έντονη ανωμαλία. Όχι όμως σε σημείο να σου βαράει τη μέση ή να γίνεται ενοχλητικό, ίσως να είναι και θέμα ρυθμίσεων.
Γενικά δουλεύουν πολιτισμένα και σου εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Η θέση οδήγησης είναι μέσα στην μοτοσυκλέτα και το τεράστιο τιμόνι είναι ψηλά μεν αλλά σε καλή θέση, όσον αφορά τα μαρσπιέ θα έλεγα ότι οι ψηλότεροι του 1.80 θα χρειαστούν ψηλότερη σέλα και οι πιο κοντοί θα δυσκολευτούν μιας και δεν θα το φτάνουν …
Η όρθια θέση οδήγησης είναι πάρα πολύ καλή.
Σε βάζει όμορφα πάνω από το ρεζερβουάρ. Φορτίζεις τον μπροστινό τροχό. Και «κουμπώνεις» πολύ ωραία πάνω στη μοτοσυκλέτα.
Στο ταξίδι κρατά άνετα 140–150 χλμ/ώρα. Χωρίς να δείχνει κόπωση. Και με γκάζι ώστε να κάνεις προσπέραση όποτε χρειαστεί.
Στον επαρχιακό είναι εξίσου ευχάριστη. Ακόμα και σε σφιχτά κομμάτια με φουρκέτες.
Δεν χρειάζεται να παίζεις συνέχεια με το κιβώτιο. Το 90% του χρόνου κινείσαι με 6η. Σε ανηφορική διαδρομή, με μια 3η και λίγο συμπλεκτάρισμα, είσαι μια χαρά.
Η κατανάλωση κινήθηκε στα 5 με 5,5 λίτρα. Τα φρένα είναι αρκετά καλά για την τιμή της. Το ABS λειτουργεί σωστά, αλλά κάνει ένα έντονο βουητό στο φρενάρισμα.
Η κάλυψη από τον αέρα και τον καιρό είναι καλή. Απλώς θα ήθελα η ζελατίνα να είναι λίγο πιο ψηλή και λίγο πιο φαρδιά.
Το πολυόργανο το βράδυ δεν διαβάζεται εύκολα, ειδικά αν έχεις πρεσβυωπία. Ζελατίνα και όργανα είναι και αρκετά μπροστά σε σχέση με τον αναβάτη. Αισθητικά όμως, τελικά το συνηθίζεις.
Τα θερμαινόμενα grip και η θερμαινόμενη σκαλα είναι πολύ δυνατά.
Τα θερμαινόμενα grip έχουν πολύ σωστό χειρισμό, με το κουμπί πάνω στο ίδιο το grip. Το κουμπί για την ενεργοποίηση της θέρμανση της σέλας όμως είναι πάνω στη σέλα, δεν φαίνεται και δεν ξέρεις σε ποια σκάλα βρίσκεσαι.
Οπότε πρέπει: να σταματήσεις, να κατέβεις και να τη ρυθμίσεις.
Όσον αφορά τη θερμοκρασία του κινητήρα, ο ανεμιστήρας δουλεύει αρκετά συχνά. Ζέστη δείχνει να υπάρχει, αλλά όχι ενοχλητική.
Σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, η διαχείριση του αέρα είναι σαφώς καλύτερη. Η ζέστη διώχνεται μακριά από τα πόδια.
Στις θερμοκρασίες της δοκιμής δεν με ενόχλησε καθόλου. Για το ελληνικό καλοκαίρι, μένει να φανεί.
Τα λάστιχα μαρκας CST, παρόλο την καταγωγη τους δεν με προβλημάτισαν καθόλου. Οδήγησα σε υγρασία και σε βροχή. Δεν ένιωσα ούτε το παραμικρό γλίστρημα.
Το traction control δεν το είδα να επεμβαίνει ποτέ.
Αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι: το πόσο καλά κρατάει και η σιγουριά που σου μεταδίδει.
Κρύβει το βάρος της. Στρίβει πάρα πολύ καλά. Το μοτέρ της προσφέρει επαρκείς επιδόσεις.
Υπάρχουν κάποιοι κραδασμοί, που σου θυμίζουν ότι έχεις μηχανή ανάμεσα στα πόδια σου, αλλά δεν γίνονται ενοχλητικοί. Ούτε ένιωσα μουδιάσματα σε χέρια ή πόδια.
Πάνω από τα 150 χλμ/ώρα ένιωσα ένα «ελάφρωμα» μπροστά. Εκεί το BMW έχει ξεκάθαρο πλεονέκτημα στη σταθερότητα.
Για συνεπιβάτη δεν έγινε δοκιμή. Από το πλάτος της σέλας και τον χώρο όμως, θεωρώ ότι μπορεί να υποστηρίξει άνετο δικάβαλο ταξίδι, χωρίς θέμα ούτε σε άνεση ούτε σε δύναμη.
Η 700MT είναι ξεκάθαρα για αναβάτη που θέλει μία μοτοσυκλέτα για όλα.
Για commuting. Για βόλτες. Για ταξίδια. Και, αν χρειαστεί, και για χωματόδρομο.
Δεν είναι για σκληρό enduro. Ούτε για μόνιμη κίνηση πάνω από 170.
Αν δεν είχα το BMW, θα με είχε βάλει σε πάρα πολύ σοβαρές σκέψεις. Και μάλλον θα την είχα ήδη πάρει.
Το περίεργο είναι ότι, ακόμα και τώρα που έχω το BMW, με έχει πάλι βάλει σε σκέψεις.
Δεν περίμενα με τίποτα να είναι τόσο καλά στημένη. Ούτε να συμπεριφέρεται τόσο σωστά στον δρόμο.
Για τα χρήματά της, αυτή τη στιγμή, τη θεωρώ μία από τις καλύτερες value for money επιλογές που μπορείς να κάνεις.
Παρότι δεν έκανα πάρα πολλά χιλιόμετρα μαζί της, δεν με κούρασε καθόλου. Ο καιρός και οι υποχρεώσεις δεν βοήθησαν ιδιαίτερα, αλλά μια βόλτα στο Λεβίδι περνώντας από Νεμέα και το διάσελο της Κανδύλας, και στη συνέχεια άλλη μια απογευματινή βόλτα στο Σούνιο και μία στην Οινόη για να τη δω δίπλα στο BMW R850GS ήταν αρκετές.
Μπορεί τα χιλιόμετρα να ήταν λιγότερα απ’ όσα κάνω συνήθως, αλλά ήταν αρκετά για να τη γνωρίσω και να την καταλάβω.
Και αυτό που μπορώ να πω είναι ότι με εξέπληξε θετικά. Είχα στο παρελθόν την πρώτη έκδοση αυτής της μοτοσυκλέτας και από τότε έλεγα ότι αν είχε 19άρι τροχό θα ήταν καταπληκτική.
Και τελικά… είναι.
Και είναι τέτοια η εξέλιξή της, που δείχνει ξεκάθαρα πόσο έχει αλλάξει πλέον το τοπίο στην κατηγορία. Υπάρχουν φυσικά ανώτερες επιλογές, με περισσότερη τεχνολογία, επιδόσεις και κύρος. Το θέμα όμως είναι πλέον ότι η διαφορά στην εμπειρία δεν είναι πάντα ανάλογη της διαφοράς στην τιμή η στο όνομα.
Εκεί που κάθεσαι χαλαρά και χαζεύεις στο ίντερνετ, πέφτεις πάνω στην παρουσίαση ενός νέου μοντέλου μοτοσυκλέτας. Κάτι σε τραβάει, φαίνεται ενδιαφέρον. Αρχίζεις να το ψάχνεις, να το συζητάς με φίλους, να ψάχνεις φωτογραφίες, βίντεο, κριτικές. Κάτι μέσα σου σου λέει πως “αυτό είναι για σένα”.
Ο καιρός περνάει… και μια μέρα το βλέπεις τυχαία από κοντά. Σε εντυπωσιάζει, αλλά η στατική επαφή σε αφήνει λίγο προβληματισμένο. Το βάζεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου και η ζωή συνεχίζεται. Δεν το σκέφτεσαι πια. Όταν το συναντάς στο δρόμο, το μάτι σου σχεδόν το προσπερνάει.
Μέχρι που, αναπάντεχα, φτάνει η στιγμή της δοκιμής. Είχες κανονίσει να οδηγήσεις ένα άλλο μηχανάκι, αλλά τελικά δεν είναι διαθέσιμο… και στα χέρια σου έρχεται το Royal Enfield Bear 650.
Και τότε όλα αλλάζουν. Ξαφνικά, όλα τα καταχωνιασμένα συναισθήματα και οι παλιές σκέψεις βγαίνουν στην επιφάνεια. Ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό σου. Μια απίστευτη ευφορία σε διαπερνάει.
Πώς είναι δυνατόν ένα άψυχο, μεταλλικό αντικείμενο να σου προκαλεί τόσα συναισθήματα; Ή μήπως δεν είναι και τόσο άψυχο τελικά;
Το μοτέρ του Bear 650 δείχνει πιο δυνατό από τις προηγούμενες εκδόσεις του δικύλινδρου 650 της Royal Enfield. Σύμφωνα με την εταιρία, έχει 8% περισσότερη ροπή, χάρη σε νέες ρυθμίσεις αλλά και στην εξάτμιση, η οποία πλέον καταλήγει σε ένα ενιαίο τελικό.
Η πρώτη εντύπωση είναι θετική: ο κινητήρας φαίνεται ελαστικός, γεμάτος δύναμη, και συνοδεύεται από ευχάριστο ήχο.
Οι αναρτήσεις του είναι σχετικά σφιχτές. Τα πίσω αμορτισέρ δίνουν μια περίεργη αίσθηση:
πάνω από μικρές ανωμαλίες του δρόμου σχεδόν δεν καταλαβαίνεις τίποτα,
αλλά στις μεγαλύτερες, η απόσβεση δεν είναι το ίδιο αποτελεσματική.
Στον αντίποδα, στις στροφές είναι εξαιρετικά σταθερό. Τα φρένα του βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο:
το μπροστινό είναι ισχυρό και με πολύ καλή αίσθηση,
το πίσω έχει δύναμη, αλλά η πληροφόρηση δεν είναι στο ίδιο επίπεδο.
Τα ινδικά ελαστικά δεν προβληματίζουν πουθενά, οι κραδασμοί είναι από ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι, ενώ η σέλα είναι σκληρή και δεν δείχνει ιδιαίτερα άνετη για μεγάλα ταξίδια.
Το στρογγυλό πολυόργανο είναι πολύ όμορφο και είναι το ίδιο που χρησιμοποιεί η Royal Enfield και στο Himalayan 450.
Και εκεί που οδηγείς χαλαρά, μαθαίνοντας τη μοτοσυκλέτα, με κατεύθυνση από Κερατέα προς Ανάβυσσο, ρίχνεις μια ματιά στο όργανο και βλέπεις μέση κατανάλωση κάτω από 3,5 λίτρα/100 χλμ!
Δεν μπορεί, κάτι πάει λάθος, σκέφτεσαι. Το δικό σου Royal Enfield Super Meteor 650 με το ίδιο μοτέρ δεν κατεβαίνει τόσο χαμηλά σε αυτούς τους ρυθμούς…
Κάνεις την πρώτη στάση για φωτογραφίες. Κάθεσαι, το χαζεύεις, το παρατηρείς με την ησυχία σου είναι η στιγμή που αρχίζεις πραγματικά να το γνωρίζεις
Το Bear 650 έχει κάτι το ιδιαίτερο. Διαθέτει λιτότητα, κομψότητα και μια σιωπηλή γοητεία που σου δημιουργεί συναισθήματα τα οποία αποκαλύπτονται μόνο όταν το οδηγήσεις.
Αν έπρεπε να το παρομοιάσω με μια γυναίκα, μάλλον θα έλεγα τη σύζυγό μου.
Όχι γιατί έχουν και οι δύο όμορφες καμπύλες, είναι όμορφες, κομψές, με χαρακτήρα και άποψη,
αλλά γιατί, αν τις γνωρίσεις πραγματικά, ανακαλύπτεις ότι έχουν πολύ περισσότερα να σου δώσουν απ’ όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά.
Γιατί, πίσω από τη λιτή ομορφιά, υπάρχει ουσία και συναίσθημα.
Και τότε το συνειδητοποιείς: Είναι όμορφο. Πολύ όμορφο. Λιτό, απέριττο, χωρίς περιττά στολίδια. Όπως πρέπει να είναι οι μοτοσυκλέτες. Όχι αυτοκίνητα με δύο ρόδες.
Με κέρδισε, όπως με είχε κερδίσει κι εκείνη, τότε, πριν από καιρό.
Βγαίνουμε παραλιακή και ανεβάζουμε ρυθμούς. Το Bear 650 αποδεικνύεται πολύ ευχάριστο και εύκολο μηχανάκι, στρίβει πρόθυμα και μεταφέρει ξεκάθαρα την αίσθηση της επαφής των τροχών με τον δρόμο εμπνέοντας σιγουριά. Μπλέκουμε στην κίνηση όσο πλησιάζουμε, και το μόνο που σε προβληματίζει είναι η θερμοκρασία του κινητήρα, κάνει αισθητή την παρουσία της! Δεν είναι κάτι ανυπόφορο, αλλά σίγουρα δεν την αγνοείς.
Μέχρι να φτάσουμε σπίτι, η κατανάλωση έχει ανέβει στα 3,8 λίτρα/100 χλμ. Η συνέχεια περιλαμβάνει έναν καφέ και μια γρήγορη “επίδειξη” στον φίλο Θανάση. Το απόγευμα μας βρίσκει να κινούμαστε στην Εθνική Οδό με κατεύθυνση προς Κόρινθο. Ο ρυθμός είναι 110-120 χλμ/ώρα, και το όργανο δείχνει κατανάλωση περίπου 4 λίτρα/100 χλμ.
Στον επαρχιακό της Επιδαύρου, το Bear 650 είναι σκέτη απόλαυση. Οι στροφές, η σταθερότητα, ο ήχος… όλα συνεργάζονται ιδανικά. Δυστυχώς, το σκοτάδι που έπεφτε δεν μας άφησε να το ευχαριστηθούμε όσο θα θέλαμε.
Το βράδυ με βρίσκει με την οικογένεια. Είμαστε όλοι δίπλα στον τετράποδο σύντροφο, τον φίλο, το μέλος της οικογένειάς μας που δεν μιλούσε, αλλά καταλάβαινε τα πάντα, για τελευταία φορά.
Κρατάμε βάρδιες σαν να είμαστε στον στρατό, “σκοπιά” για να μην μείνει μόνος του ούτε στιγμή το τελευταίο του βράδυ.
Η επάρατη νόσος τον έχει καταβάλει, δεν μπορεί πια να μετακινηθεί, δεν τρώει…
Μας κοιτάζει μόνο με εκείνα τα απίστευτα μάτια, μάτια γεμάτα αγάπη.
Και τι σχέση έχει αυτό με το Bear 650; Ίσως καμία… και ταυτόχρονα τα πάντα. Γιατί το Bear 650 ήταν το μέσο που με βοήθησε να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη μετά το τελευταίο αντίο.
Προφανώς και δεν είναι όλα τέλεια, αλλά είναι αρκετά καλά θα έλεγα. Η ποιότητα κατασκευής είναι πάρα πολύ καλή, σίγουρα καλύτερη από αυτό που θα περίμενες στην κατηγορία τιμής της.
Φυσικά, υπάρχουν και κάποιες παραφωνίες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χειριστήριο της οθόνης, απαράδεκτο ως προς τη χρήση του, ναι το συνηθίζεις, αλλά χαλάει λίγο την εμπειρία. Και ενώ έχουν σχεδιάσει ένα πανέμορφο μεταλλικό καβούκι για τους διακόπτες, το συγκεκριμένο χειριστήριο δείχνει εκτός κλίματος και “χαλάει” την εικόνα.
Τα μαρσπιέ θα τα ήθελα λίγο μεγαλύτερα ή έστω τοποθετημένα ένα-δύο πόντους πιο έξω. Και κάπου εδώ… τελειώνουν οι παραφωνίες.
Αν το οδηγήσεις σαν χούλιγκαν, η κατανάλωση θα φλερτάρει ίσως και να ξεπεράσει τα 6 λίτρα/100 χλμ, ειδικά αν ψάξεις να βρεις την τελική του ταχύτητα. Σε νορμάλ χρήση, όμως, μένει περίπου στα 4 λίτρα/100 χλμ.
Πριν από μερικά χρόνια, είχα οδηγήσει το Royal Enfield Interceptor 650 και, για να είμαι ειλικρινής, μου είχε αρέσει πάρα πολύ. Έτσι, όταν ήρθε μήνυμα από τον φίλο Λεωνίδα για καφεδάκι στη Δάφνη, το Bear 650 ήταν η αφορμή να ξαναπεράσω με το Bear απο τους ίδιους δρόμους.
Η διαδρομή, μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών, είναι γυμνή και αγνώριστη. Καθώς οδηγούσα, προσπαθούσα να καταλάβω αν κάτι στο στήσιμο του Bear 650 μου θύμιζε το Interceptor ή αν κάτι με χάλαγε. Δεν βρήκα τίποτα να με χαλάει αντιθέτως μου άρεσε πιο πολύ απο το Interceptor!!! Κι εκεί συνειδητοποίησα ότι έτσι θα έπρεπε να είχαν βγάλει το Interceptor πριν από χρόνια. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά.
Το Bear 650 είναι φτιαγμένο για τέτοιες διαδρομές: σφιχτές, στριφτερές, απολαυστικές, γεμάτες ρυθμό και χαμόγελο. Κι αυτό το χαμόγελο δεν σβήνει ούτε όταν κατεβαίνεις από τη μηχανή, γιατί τότε είναι που κάθεσαι και την κοιτάς. Σε μαγνητίζει.
Κι έτσι, πριν το καταλάβω, έφτασα στο χωριό Δάφνη, όπου με περίμενε ο Λεωνίδας. Ελληνικός καφές, κουβεντούλα επί παντός επιστητού, χαζεύοντας τις μηχανές. Λίγο πριν αναχωρήσω, ήρθε να μας συναντήσει και ο Νίκος με τη σύζυγό του, την Πόπη, ήρθαν από την Ιτέα μόνο για να πιουν καφέ μαζί μας! Πολύ τους χάρηκα.
Αλλά είχε έρθει η ώρα να χαρώ και την αρκουδίτσα. Ο Λεωνίδας μου είχε ετοιμάσει μια κοντινή διαδρομή, την οποία όμως δεν ακολούθησα ολόκληρη. Ό,τι και να πούμε για τον Λεωνίδα είναι λίγο… ψυχάρα!
Φεύγω από τη Δάφνη με κατεύθυνση προς τις Ερυθρές. Η διαδρομή όμορφη, ήρεμη, αλλά ξαφνικά το μάτι πέφτει σε έναν χωματόδρομο που διασχίζει τα σταροχώραφα. “Εδώ είμαστε”, σκέφτομαι… και χωρίς δεύτερη σκέψη, οι ρόδες της αρκουδίτσας πατάνε χώμα!
Εννοείται πως όλες οι μηχανές μπορούν να διασχίσουν χωματόδρομους, αλλά οι σύγχρονες μηχανές που είναι φτιαγμένες γι’ αυτό ξεχωρίζουν γιατί έχουν τη δυνατότητα απενεργοποίησης του ABS, τουλάχιστον στον πίσω τροχό. Αλλιώς, ειδικά αν φορτώσεις χιλιόμετρα, δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσεις. Στάση λοιπόν… και με το πάτημα ενός κουμπιού, το ABS απενεργοποιείται στον πίσω τροχό της αρκουδίτσας και παραμένει έτσι, όσο δεν κλείσεις τον διακόπτη.
Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ότι ο δρόμος ήταν γεμάτος κομμένα στάχυα, η πρόσφυση ελάχιστη και κατά διαστήματα σχεδόν ανύπαρκτη. Παρόλα αυτά, η αρκουδίτσα τα πήγαινε περίφημα, μέχρι που μια απότομη κατηφόρα εμφανίζεται μπροστά μας!
Κατεβαίνω για να την δώ καλύτερα. “Γυρνάμε πίσω ή την κατεβαίνουμε;” σκέφτομαι. Κοιτάζω την αρκουδίτσα κατάματα στο ένα της μάτι, γεμάτο απορία. “Ανέβα, το έχουμε” μου απαντάει… Και όντως, ήταν… ευκολάκι!
Στη συνέχεια, περιηγηθήκαμε σε έναν λαβύρινθο αγροτικών δρόμων ανάμεσα στα χωράφια, μέχρι που βγήκαμε στο κανάλι.
Ακολουθήσαμε τη διαδρομή δίπλα του και καταλήξαμε λίγο πριν τη Θήβα. Από εκεί συνεχίσαμε μέχρι την Αλίαρτο, στη συνέχεια προς Μάζι, και λίγο πριν τη Μονή της Ευαγγελίστριας, στρίψαμε προς Πέτρα. Κάναμε στάση σε μια βρύση να ξεκουραστούμε και μετά ανεβήκαμε στους καταρράκτες της Πέτρας, το νερό που έτρεχε αυτή την εποχή ήταν ελάχιστο.
Σύμφωνα με το πλάνο του Λεωνίδα, από εκεί θα έπρεπε να πάω στην Κορώνεια και μετά προς Αγία Άννα, Θίσβη κτλ. Αλλά η ζέστη και η πείνα με είχαν καταβάλει, οπότε αποφασίζω να επιστρέψω προς Θίσβη και από εκεί να ξαναπιάσω τον χωματόδρομο δίπλα από το κανάλι, ώστε να βγω κοντά στις Ερυθρές.
Λίγο πριν τη Θήβα, παίρνουμε το δρόμο προς την παραλία Σαράντι. Τι καταπληκτικός δρόμος είναι αυτός! Εξαιρετική χάραξη, καλή άσφαλτος, σκέτη απόλαυση… Η αρκουδίτσα κρατάει πολύ καλό ρυθμό· ελαστικά, μοτέρ και πλαίσιο συνεργάζονται αρμονικά, ταξιδεύοντας σε σχετικά υψηλές ταχύτητες χωρίς το παραμικρό ίχνος προβληματισμού. Διαβήτης!
Βρίσκουμε ξανά το κανάλι, λίγο μετά τα Λεύκτρα· τώρα, όμως, είναι γεμάτο απαγορευτικές πινακίδες. Η επιλεκτική όρασή μας τις αγνοεί. Σε αυτούς τους πατημένους χαλικόδρομους, η αρκουδίτσα βρίσκεται στο στοιχείο της. Σηκώνεσαι όρθιος στα μαρσπιέ, αφήνεις τον πίσω τροχό να διαγράφει ημικύκλια με την παραμικρή ευκαιρία και απλά απολαμβάνεις.
Αφήνουμε για λίγο πίσω μας τον δρόμο δίπλα απο το κανάλι και χανόμαστε κυριολεκτικά στον λαβύρινθο των χωματόδρομων ανάμεσα στα χωράφια με κατεύθυνση τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Φαίνεται τόσο κοντά, αλλά ταυτόχρονα τόσο μακριά… Περνάμε δίπλα από οικισμούς με κοντέινερ, όπου μένουν εργάτες. Μάλλον τους χαλάσαμε τη μεσημεριανή σιέστα, γιατί μας κοιτάζουν με μια μίξη απορίας και καχυποψίας. Ένα νέυμα… και συνεχίζουμε ακάθεκτοι.
Όσο κι αν προσπαθούμε να βρούμε τη μονάδα, που θα σήμαινε την επιστροφή σε ασφαλτόδρομο, δεν τα καταφέρνουμε. Η μόνη λύση επιστροφή στον χαλικόδρομο δίπλα από το κανάλι.
Η αρκουδίτσα τα καταφέρνει περίφημα, παρότι οι αναρτήσεις της δεν έχουν μεγάλες διαδρομές. Βοηθάει και το αρκετό ύψος από το έδαφος. Το μόνο που θα ήθελα είναι τα μαρσπιέ να ήταν λίγο πιο έξω. Αυτό μόνο.
Στο μεταξύ, η κατανάλωση παραμένει σταθερά κάτω από 4 λίτρα/100 χλμ. Βγαίνουμε στον επαρχιακό δρόμο και κατευθυνόμαστε προς Μάνδρα, ένας ακόμη υπέροχος δρόμος, αλλά επικίνδυνος εξαιτίας της έντονης κίνησης και κυρίως άλλων μοτοσυκλετιστών και οδηγών αυτοκινήτων που νομίζουν ότι βρίσκονται σε πίστα και αδιαφορούν πλήρως για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου.
Η αρκουδίτσα κάνει ό,τι περνάει από τις ρόδες της για να με κάνει χαρούμενο και να διώξει όλες τις θλιβερές σκέψεις που έχουν θολώσει το μυαλό μου. Και τα καταφέρνει.
Δεν είναι ένα απλό μεταφορικό μέσο. Είναι μια συνεδρία ψυχανάλυσης. Μια θεραπεία.
Πολλοί μπορεί να αναρωτιούνται πώς γίνεται ένα άψυχο αντικείμενο, όπως μια μοτοσυκλέτα, να μπορεί να μας γεννά τόσο έντονα συναισθήματα.
Η απάντηση κρύβεται σε δύο διαστάσεις:
Στη ρομαντική διάσταση, η μοτοσυκλέτα γίνεται προέκταση του εαυτού σου. Σου επιτρέπει να ξεφεύγεις από την καθημερινότητα, να νιώθεις ελευθερία, αυτονομία και πληρότητα. Είναι ένα μέσο προσωπικής έκφρασης, ένας τρόπος να ξαναβρίσκεις ή ακόμα και να προβάλλεις τον εαυτό σου.
Και στη νευροβιολογία: η οδήγηση ενεργοποιεί νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη και η ενδορφίνη, που σχετίζονται με την ευχαρίστηση, την επιβράβευση και την αποφόρτιση από το στρες. Η συγκέντρωση που απαιτεί, η εναλλαγή εικόνων και ρυθμού, το στοιχείο του ελέγχου αλλά και του κινδύνου, δημιουργούν μια κατάσταση ροής (flow) μια εμπειρία που ελάχιστες δραστηριότητες μπορούν να προσφέρουν στη σύγχρονη εποχή.
Ίσως γι’ αυτό, η μοτοσυκλέτα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετακίνησης, είναι μια ψυχολογική ανάγκη. Ένα εργαλείο που γεφυρώνει την καθημερινότητα με την εσωτερική μας ισορροπία.
Κι αυτός είναι ο λόγος που, όσοι το έχουν ζήσει, επιστρέφουν ξανά και ξανά σε αυτήν την εμπειρία.
Και η αρκουδίτσα το προσφέρει αυτό απλόχερα.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει συχνά η εντύπωση ανάμεσα στους μοτοσυκλετιστές ότι το πάθος τους, τούς κάνει ξεχωριστούς, ότι κατά κάποιον τρόπο υπερέχουν από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ίσως γιατί αυτό τους κάνει να νιώθουν καλύτερα.
Όμως, η μοτοσυκλέτα δεν είναι σημάδι ανωτερότητας, αλλά προσωπικής επιλογής. Είναι ένα μονοπάτι που κάποιοι επιλέγουμε για να νιώσουμε ελευθερία, έλεγχο, απόδραση ή ηρεμία. Για άλλους, αυτό το μονοπάτι μπορεί να είναι η θάλασσα, η αναρρίχηση, η ζωγραφική ή απλά μια βόλτα στο βουνό.
Η μοτοσυκλέτα δεν μας κάνει διαφορετικούς ως ανθρώπους, μας προσφέρει όμως, έναν διαφορετικό τρόπο να συνδεθούμε με τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας. Κι αυτό είναι που την κάνει μοναδική, όχι το ότι μας τοποθετεί πάνω από τους άλλους.
Η αρκουδίτσα δεν απευθύνεται σε όσους ψάχνουν να αποδείξουν κάτι ή να δείξουν ανωτερότητα. Με τις κλασικές της γραμμές, τον χαρακτήρα της και την τίμια αξία της, σε προσγειώνει στην πραγματικότητα.
Φτάνουμε πίσω στη βάση μας χωρίς να έχουμε γράψει τα χιλιόμετρα που θα θέλαμε, λόγω των συγκυριών. Και για την ιστορία, να πω ότι η μέση κατανάλωση της ημέρας ήταν 3,6 λίτρα/100 χλμ.
Η σέλα της κουράζει μετά από λίγη ώρα, αλλά, όπως είδα, υπάρχει και τουριστική έκδοση μόνο σε καφέ χρώμα, η οποία είναι και 1,5 εκατοστό πιο ψηλή. Νομίζω ότι οι πιθανοί ιδιοκτήτες πρέπει να το σκεφτούν σοβαρά.
Στο τέλος της ημέρας, συνειδητοποιώ ότι το Bear 650 δεν ήταν απλώς μια μοτοσυκλέτα για δοκιμή. Ήταν το μέσο που με βοήθησε να ταξιδέψω μέσα μου, να βάλω σκέψεις και συναισθήματα σε μια τάξη, έτσι όπως μόνο μια πραγματική μοτοσυκλέτα μπορεί να σε ταξιδέψει.
Με πήγε σε χωράφια, σε στροφές, σε χωματόδρομους, σε φίλους, σε στιγμές χαράς, αλλά και σε σιωπηλές σκέψεις.
Η “αρκουδίτσα” δεν είναι απλά ένα κομμάτι μέταλλο με δύο ρόδες. Είναι ένα καταφύγιο. Ένας συνοδοιπόρος που ξέρει να ακούει χωρίς να μιλάει, που σε βοηθά να βάλεις σε τάξη τα πάντα μέσα σου, ακόμα κι όταν πρέπει να πεις το πιο δύσκολο αντίο.
Δεν είναι τέλεια. Έχει τις ιδιοτροπίες της, τις ελλείψεις της, τα σημεία που θα ήθελες να είναι αλλιώς. Αλλά αυτό είναι που την κάνει αληθινή.
Στο τέλος, αυτή η αίσθηση ελευθερίας, αυτή η ψυχοθεραπεία που προσφέρει, είναι κάτι που δεν αγοράζεται.
Και κάπως έτσι, αυτή η βόλτα θα μείνει πάντα μαζί μου. Όχι γιατί οδήγησα το Bear 650, αλλά γιατί, χάρη σε αυτό, έζησα κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή βόλτα. Με ηρέμησε, με χαλάρωσε και με επέστρεψε πίσω στην οικογένειά μου.
Αν αφήσουμε στην άκρη τους ρομαντισμούς, θα έλεγα ότι το Bear 650 είναι ίσως το καλύτερο μοντέλο που έχει παρουσιάσει η Royal Enfield!
Η στενή σιλουέτα του και το αρκετό κόψιμο του τιμονιού σε βοηθούν να ελίσσεσαι εύκολα ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα. Το βάρος, στα 216 κιλά, είναι απόλυτα διαχειρίσιμο, ενώ η κατανάλωση είναι η μεγάλη έκπληξη, στο καθημερινό πήγαινε-έλα από το σπίτι στη δουλειά, μέσα από το κέντρο της Αθήνας και την απίστευτη κίνηση, δεν ξεπέρασε τα 4 λίτρα/100 χλμ. Σε επαρχιακούς δρόμους, με χαλαρή διάθεση, η κατανάλωση πέφτει ακόμα πιο χαμηλά· αλλά αν αποφασίσεις να το στίψεις, θα δεις νούμερα που πλησιάζουν τα 6 λίτρα/100 χλμ.
Το μοτέρ του είναι απολαυστικό και ο ήχος του εθιστικός. Ο ψεκασμός δουλεύει άψογα, ο Takashi Yamamoto έκανε πάλι το θαύμα του!
Τα φρένα είναι πολύ καλά, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι μιλάμε για μονό δίσκο μπροστά.
Το επαρχιακό-ορεινό οδικό δίκτυο είναι το φυσικό του στοιχείο· εκεί το Bear 650 λάμπει!
Όμως δεν θα πει όχι ούτε στις εθνικές οδούς. Η τελική ταχύτητα φτάνει τα 165 χλμ/ώρα και τα πιάνει εύκολα, ενώ μπορεί να τα διατηρήσει χωρίς κόπο — αρκεί να είσαι έτοιμος να παλέψεις με τον αέρα, μιας και μιλάμε για μια γυμνή μοτοσυκλέτα.
Και το χώμα δεν το φοβάται. Σε χωματόδρομους οποιασδήποτε κατάστασης, το Bear 650 μπορεί να κινηθεί χωρίς δισταγμό. Δεν είναι εντούρο, αλλά αν του δώσεις φλαταδούρες και αρχίσεις να παίζεις με την πρόσφυση, θα ζωγραφίσεις κύκλους και ημικύκλια. Το ίδιο ισχύει και στην άσφαλτο, η ροπή του κινητήρα είναι αρκετή για να σπάσεις την πρόσφυση του πίσω ελαστικού, και μιας και δεν υπάρχουν ηλεκτρονικά βοηθήματα, η αίσθηση είναι πραγματική!
Με δύο άτομα θα ζοριστεί από θέμα χώρων· δεν είναι φτιαγμένο γι’ αυτό. Αν, όμως, μιλάμε για σύντομες εξορμήσεις ή για λιτούς ταξιδιώτες που δεν κουβαλάνε πολλά πράγματα, δεν θα πει όχι και αναλογιζόμενοι πάντα το είδος και το στυλ της μοτοσυκλέτας, δεν θα τους κουράσει ιδιαίτερα.
Και ίσως, για πρώτη φορά… να μη θέλω να την επιστρέψω. Ίσως να θέλω να την κρατήσω δική μου. Ίσως να βρήκα αυτό που έψαχνα για πάρα πολύ καιρό.
Θα έλεγα ότι είναι μια μοτοσυκλέτα που όλοι πρέπει να οδηγήσουν και γιατί όχι, να αποκτήσουν. Είναι για όλες τις ηλικίες και ταιριάζει σε όλα τα γούστα, είτε είσαι νέος, είτε μεστωμένος, είτε παραγινομένος. Με γένια ή χωρίς, με καγκούρικες διαθέσεις ή ήρεμος ταξιδευτής. Κάνει για όλους …
Δείχνει το ίδιο όμορφη έξω από κάποιο κουλτουριάρικο καφέ στην πόλη, ή σε ένα επαρχιακό καφενείο, ή ακόμα καλύτερα στην κορυφή ενός βουνού.
Και τη θέλω. Να ρίχνω έναν σάκο πίσω, να ανοίγω το γκάζι και να χάνομαι στον ορίζοντα. Το μόνο που μένει, είναι να βρω πώς θα την αποκτήσω.
Κι εύχομαι κι εσείς να τη δοκιμάσετε, να τη νιώσετε, να σας κερδίσει όπως κέρδισε εμένα… και να τη κάνετε δική σας. Γιατί το αξίζει.
Η Royal Enfield Classic 350, ντυμένη στα Madras Red, δεν είναι απλώς μια ακόμη μοτοσυκλέτα. Είναι μια ιστορία επάνω σε δύο τροχούς, μια αφήγηση που δεν γράφεται με λέξεις, αλλά με διαδρομές.
Δεν έχει φτιαχτεί για να μεταφέρει το σώμα, αλλά για να ταξιδεύει την ψυχή.
Από την πρώτη ματιά, νιώθεις πως θα την θυμάσαι.
Από την πρώτη διαδρομή, ξέρεις πώς δεν θα την ξεχάσεις ποτέ.
Θα μπορούσε να είναι μια ντίβα του παλιού σινεμά, ντυμένη στα κόκκινα, με βλέμμα που καθηλώνει και κίνηση που υπονοεί περισσότερα απ’ όσα φαίνονται.
Μια γυναίκα που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να τραβήξει την προσοχή.
Κομψή, μυστηριώδης, ερωτική, με λάγνο βλέμμα και παρουσία που αφήνει πίσω της αναστάτωση και πόθο.
Αυτή είναι η Lady Scarlet.
Οι γραμμές της είναι κλασικές, νοσταλγικές, με καμπύλες σαν της Θεάς Αφροδίτης.
Μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από άλλες δεκαετίες, τότε που οι καμπύλες ήταν θέλγητρο.
Κι όμως, μέσα στη σημερινή εποχή, δεν μοιάζει ξεπερασμένη, μοιάζει και είναι διαχρονική.
Το Madras Red της δεν κραυγάζει, συστήνεται με σιγουριά, με μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειάζεται φανφάρες.
Δεν βιάζεται. Η Lady Scarlet θέλει να σε κάνει να ζήσεις κάθε μέτρο, όχι να το προσπεράσεις. Είναι σύντροφος σε ταξίδι, όχι εργαλείο ταχύτητας. Κάθε κραδασμός, κάθε ήχος του μονοκύλινδρου κινητήρα είναι σαν παλμός καρδιάς που χτυπά δίπλα σου, πάνω σου, μαζί σου, μέσα σου.
Είναι για όσους δε βιάζονται να φτάσουν, αλλά θέλουν να θυμούνται ότι ταξίδεψαν. Για όσους αναγνωρίζουν την αξία του χαρακτήρα, της ιστορίας, του έρωτα.
Και κάπως έτσι θα μπορούσε να τελειώσει αυτή η ιστορία…
αν δεν μιλούσαμε για μια μοτοσυκλέτα ….
Ένα ελεύθερο Σαββατοκύριακο, μακριά από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, βάζει το μυαλό σε σκέψεις. Πού να πάω; Με τι; Λες να…; Μπα… Ίσως όμως είναι μια καλή ιδέα.
Και κάπως έτσι, στέλνω μήνυμα στον Μάνο, “μήπως υπάρχει καμιά μηχανή για δοκιμή το Σαββατοκύριακο;” Όχι όμως όποια κι όποια, ήθελα ένα από τα τριαμισάρια. Είτε το Classic, είτε το Meteor. Και κάπως έτσι, άρχισαν να κινούνται τα νήματα…
Με την βοήθεια του Γιάννη και της Ελένης μερικές ώρες αργότερα στεκόμουν απέναντι από την Lady Scarlet. Και εκείνη… με κοίταζε πίσω. Με ένα βλέμμα γεμάτο πάθος, σαν να μου ψιθύριζε «Διάλεξέ με. Δεν θα το μετανιώσεις…»
Κι έξω στο πάρκινγκ, η Τζο (η δική μου μηχανή ενα Royal Enfield Super Meteor 650) με κοιτούσε θυμωμένη «Θα αφήσεις εμένα, για να πας βόλτα με τη μικρούλα;»
Δεν την άκουγα, είχα θολώσει, η καρδιά χτυπούσε δυνατά, η πίεση είχε ανέβει και δεν είμαστε σε ηλικία για τέτοια …
Σύντομα βρίσκομαι καβάλα στην Scarlet και η πρώτη έκπληξη είναι το πόσο ελαφριά την αισθάνεσαι και συνάμα ότι έχει απίστευτα ωραία ποιοτητα κύλισης … Οι αναρτήσεις της έχουν ένα γλυκό αλλά σφιχτό συνάμα δούλεμα που περνάς απο τις ανωμαλίες του οδοστρώματος με μια αρχοντιά, αριστοκρατικά θα έλεγα …
Το μοτεράκι της είναι σαν χτυποκάρδι ειδικά στο ρελαντί, παράγει ένα ελαφρύ κραδασμό που δεν ενοχλεί πουθενά, ίσα ίσα υπενθυμίζει ότι ζει και αναπνέει εκεί κάτω, στο κλείσιμο του γκαζιού οι στροφές πέφτουν γρήγορα στο ρελαντί και στην αρχή νομίζεις ότι έχει σβήσει …
Αλλά αυτό ειναι εκει και χτυπά… για σενα.
Η πρώτη εντύπωση που σου δίνει είναι ότι είναι μια ομοιογενής και ποιοτική μοτοσυκλέτα.
Η σέλα της είναι άνετη και μαλακή, το τιμόνι σχετικά στενό αλλά η θέση οδήγησης είναι ωραία, ξεκούραστη, αρχοντική, κάθεσαι πάνω στην μοτοσυκλέτα σαν να ιππεύεις άλογο.
Τα φρένα της είναι αρκετά για τις επιδόσεις της (τις ποιές; ) …
Και φτάνουμε στο μελανό σημείο της, τις επιδόσεις, η καλύτερα στην έλλειψη αυτών …
Μέσα στην κίνηση της πόλης έχει αρκετή δύναμη και ροπή για να κινείται απροβλημάτιστα αλλά έτσι και βγείς σε ανοιχτό δρόμο εκεί δείχνει την αδυναμία της να ακολουθήσει τα άλλα οχήματα πέραν των ορίων ταχύτητας …
Το απόγευμα με βρίσκει να πίνω καφέ και να την δείχνω στον φίλο Θανάση και κανονίζουμε για το που θα την πάμε την επόμενη μέρα.
Το βράδυ κλείνει με μια βόλτα μέχρι το λιμάνι για μερικές φωτογραφίες …
Η Scarlet ποζάρει κάτω απ’ τα φώτα, με τρόπο που σχεδόν ζηλεύει κάθε άλλη παρουσία στο πάρκινγκ.
Ξημερώνει. Φτιάχνω καφέ, βγάζω τα σκυλιά βόλτα και ετοιμάζομαι. Συναντιόμαστε με τον Θανάση, ο οποίος καβαλά ένα Royal Enfield Continental 650, και την παρέα συμπληρώνει ο γιος μου, ο Νικόλας, με ένα Royal Enfield Himalayan 450. Σαν μάζωξη βασιλικής οικογένειας…
Έχουμε κανονίσει να πάμε μέχρι τη Λάρυμνα, για να δούμε τον εγκαταλελειμμένο οικισμό των μεταλλωρύχων της ΛΑΡΚΟ. Έναν τόπο βουβό, με βαριά ιστορία και εικόνες που έχουν παγώσει στον χρόνο.
Πρώτη στάση στον Ασπρόπυργο για ανεφοδιασμό , κι εκεί διαπιστώνουμε πως το Himalayan έχει πατήσει μια βίδα και έχει σκάσει το πίσω λάστιχο. Ο μικρός το ένιωσε αμέσως να πλέει, και ευτυχώς που τα μαμά ελαστικά έχουν σκληρά πλαϊνά, δεν ξεζάνταρε, ούτε έκατσε τελείως.
Θα φανταζόταν κανείς πως η αναζήτηση βουλκανιζατέρ στον Ασπρόπυργο θα ήταν κάτι απλό και εύκολο, και είναι αρκεί να έχεις φορτηγό, αν έχεις μοτοσυκλέτα, σε στέλνει ο ένας στον άλλον.
Τελικά, βρήκαμε ένα συνεργείο μοτοσυκλετών που μας εξυπηρέτησε άμεσα. Να είναι καλά οι άνθρωποι. Κι έτσι, συνεχίσαμε τη βόλτα μας…
Η επόμενη στάση έγινε στις Ερυθρές, στην εγκαταλελειμμένη στρατιωτική βάση. Βγάλαμε μερικές φωτογραφίες, περιπλανηθήκαμε λίγο στα ίχνη του παρελθόντος και συνεχίσαμε για Αλίαρτο.
Προσπαθώ να επιβάλλω τους ρυθμούς και τα “θέλω” μου στη Scarlet κι εκείνη τα δέχεται αγόγγυστα. Πάμε τέρμα γκάζι…
Που σημαίνει ότι κινούμαστε με μάξιμουμ 110 χλμ/ώρα. Άντε, και λίγο παραπάνω.
Από το εργοστάσιο, η μοτοσυκλέτα έρχεται με κόφτη στα 120 χλμ/ώρα (αν και αυτά δεν τα είδαμε, ίσως δεν βρήκαμε αρκετά μεγάλη κατηφόρα… ).
Με αυτές τις σκέψεις, φτάνουμε στην Αλίαρτο. Περνάμε από έναν φούρνο, για να πάρουμε το πρωινό που δεν φάγαμε. (Η αγαπημένη μου λείπει αυτές τις μέρες και το σπίτι είναι άδειο. Μόνο τα ντουλάπια δεν έχουμε φάει…)
Καθόμαστε στη σκιά ενός πλάτανου για καφέ. Ώρα για κουβέντα, για γέλιο, και φυσικά για να συζητήσουμε τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της Lady Scarlet…
Συνεχίζουμε προς Ακραίφνιο με μερικές στάσεις για φωτογραφίες, η Scarlet θα μπορούσε άνετα να είναι pin-up μοντέλο.
Ξέρει να στέκεται, ξέρει να παίρνει ωραίες πόζες και να τραβάει τα βλέμματα …
Στην πορεία ενα ζουζούνι βρίσκει τρόπο να τρυπώσει μέσα στο μπουφάν απο το λαιμό και με τσιμπά ψηλά στο στέρνο …
Ενας έντονος πόνος με διαπέρνα, σαν να μου έκανε βουντού η “Τζο” (η μηχανή μου που την είχα αφήσει στην αντιπροσωπεία για τα ματια της μικρής κοκκινομάλας) …
Δεν ξέρω τι στούκας ήταν, αλλά τρεις μέρες μετά ακόμα είναι κόκκινο, πονάει και με φαγουρίζει …
Με αυτά και με αυτά φτάνουμε στο Ακραίφνιο και δίχως να σταματήσουμε συνεχίζουμε προς Λάρυμνα όπου και σταματάμε στην είσοδο του οικισμού …
Εκεί, στην είσοδο του οικισμού, μας πλησιάζει ο φύλακας και μας ενημερώνει ευγενικά πως απαγορεύονται οι φωτογραφίες. Μπορούμε να περιηγηθούμε ελεύθερα, αλλά χωρίς να αποτυπώνουμε τίποτα στον φωτογραφικό μας φακό.
Λίγα λεπτά αργότερα, μας πλησιάζει και η σύζυγός του. Με μια θλίψη, μας εξιστορεί την ιστορία του οικισμού, πώς ξεκίνησε, πώς μεγάλωσε, πώς… ερήμωσε.
Θα μπορούσε να είναι η ιστορία του ίδιου του Ελληνικού κράτους. Ένας κάποτε ακμαίος οικισμός, που έφτανε τους 3.500 κατοίκους, σήμερα στέκει βουβός και έρημος.
Οι ταμπέλες μαρτυρούν μια άλλη εποχή: Ιατρεία, φαρμακεία, μαγαζιά… κινηματογράφος. Σαν μια μικρή αυτάρκης πολιτεία, βγαλμένη από τα όνειρα της μεταπολεμικής ανάπτυξης.
Η κυρία είχε γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Η οικογένεια του παππού της, ανταποκρινόμενη στην αγγελία που είχε βάλει ο Μποδοσάκης, άφησε την άλλη άκρη της Ελλάδας και εγκαταστάθηκε εδώ. Ο ντόπιος πληθυσμός δεν πήγαινε να δουλέψει στα ορυχεία, οπότε ήρθαν άλλοι να ριζώσουν.
Τρεις γενιές: Έζησαν, δούλεψαν, ονειρεύτηκαν, αγάπησαν, παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένειες. Και τώρα, όλα αυτά έμειναν πίσω. Άδεια.
Μετά την κρατικοποίηση, ήρθε η κακοδιαχείριση. Οι κομματικές ανάγκες, το βόλεμα ημετέρων, το γνωστό έργο. Και τελικά, το κλείσιμο των μεταλλείων.
Όπως μας είπε, οι εργαζόμενοι έμεναν στα σπίτια του οικισμού καταβάλλοντας ένα συμβολικό αντίτιμο, χωρίς άλλη επιβάρυνση για ρεύμα, νερό κ.λπ. Μια πραγματική μικρή πόλη. Οι τελευταίοι αποχώρησαν μόλις πριν λίγα χρόνια, όταν η ΛΑΡΚΟ έκλεισε οριστικά.
Μέσα στη σιωπή αυτού του ξεχασμένου τόπου, η Scarlet στεκόταν ακίνητη. Δεν έμοιαζε παράταιρη, ήταν ένα με αυτό το περιβάλλον. Σαν να άκουγε τις ιστορίες των τοίχων… σαν να είχε ξαναβρεθεί εκεί.
Συνεχίσαμε την πορεία μας, με μια θλίψη να πλανάται πάνω μας. Κι εγώ σκεφτόμουν… Ελπίζω και εύχομαι οι επόμενες γενιές να μην κάνουν τα δικά μας λάθη.
Φτάνουμε στο αναστηλωμένο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και κάνουμε μια στάση. Προσπαθούμε να ξετινάξουμε από πάνω μας αυτή τη μαυρίλα που μας είχε καταπλακώσει. Ύστερα κατεβαίνουμε στο λιμάνι, εκεί όπου δεσπόζει το έρημο εργοστάσιο της ΛΑΡΚΟ , σαν φάντασμα του παρελθόντος.
Συνεχίζουμε προς τον δεύτερο οικισμό του συγκροτήματος, ο οποίος, σε αντίθεση με όσα μας είχαν πει, δείχνει να έχει ζωή.
Υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ, διαμερίσματα που φαίνεται να κατοικούνται, απλωμένα ρούχα, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και όμως… οι κατοικίες εξωτερικά δείχνουν παρατημένες. Απεριποίητες. Ίσως χρησιμοποιούνται ως παραθεριστικές κατοικίες από πρώην κατοίκους ή απογόνους τους. Ίσως πάλι… κάποιοι προσπαθούν να τα οικειοποιηθούν.
Αυτή η σκέψη ενισχύεται, όταν ένας περαστικός οδηγός σταματά και μας λέει: «Ο δρόμος είναι αδιέξοδος. Καλύτερα να γυρίσετε πίσω, φαίνεστε χαμένοι…»
Τον ευχαριστούμε ευγενικά, αλλά τον αγνοούμε. Συνεχίζουμε να περιπλανιόμαστε στον οικισμό και ο δρόμος τελικά μας βγάζει σε ένα ταβερνάκι πάνω στο κύμα.
Καθόμαστε. Να ξεκουραστούμε, να φάμε, να δροσιστούμε. Αλλά κυρίως να βάλουμε τις σκέψεις μας σε τάξη. Όλα αυτά… είναι πολλά για να τα χωνέψεις.
Ευτυχώς, η θέα, η θάλασσα, και το νόστιμο φαγητό διώχνουν όλες τις αρνητικές σκέψεις. Έστω για λίγο.
Ενώ λέγαμε να επιστρέψουμε από τον ίδιο δρόμο, κατεβήκαμε πρώτα στο λιμάνι για μερικές ακόμη πόζες της Scarlet. Σαν να ήθελε να αποχαιρετήσει τον χώρο. Ή μπορεί να τον θυμάται.
Στη συνέχεια, συνεχίσαμε προς το Μαρτίνο. Ο Θανάσης και ο Νικόλας πήραν τον δρόμο της επιστροφής μέσω Εθνικής, μετά από προτροπή μου, και εγώ αποφάσισα να συνεχίσω από τον παράδρομο.
Λίγο μετά το Ακραίφνιο, όμως, ο δρόμος έγινε χωματόδρομος και λίγο αργότερα κόπηκε τελείως. Αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω, προς το Ακραίφνιο, και από εκεί, ακολουθώντας τα βήματά μας ανάποδα, επέστρεψα στην Αλίαρτο. Λίγο αργότερα, νωρίς το απόγευμα, βρισκόμουν ήδη πίσω στο σπίτι.
Κι εκεί συνέβη κάτι… παράδοξο. Η Scarlet με είχε αλλάξει. Με είχε μαλακώσει.
Δεν προσπαθούσα πια να της επιβάλλω τον ρυθμό μου. Αφέθηκα στις ρόδες της να με ταξιδέψουν ήρεμα, απολαυστικά, χαλαρωτικά.
Σαν τα δύο καρδιοχτύπια να έγιναν ένα…
Lady Scarlet, η μηχανή που δεν σε πάει απλώς κάπου… σε φέρνει πιο κοντά σε σένα.
Διανύσαμε 279 χλμ τα περισσότερα απο τα οποία έγιναν με τέρμα γκάζι και κατανάλώσαμε 9,5 λίτρα απλής βενζίνης, το οποίο μας κάνει μια μέση κατανάλωση στα 3,42 λιτρα/100 χλμ.
Αφού ξεκουράστηκα για λίγο και αφού τα είπα με τον μικρό και καθώς άρχισε να σουρουπώνει την καβάλησα ξανά με προορισμό την Αρχαία Επίδαυρο, όπου σκόπευα να περάσω την νύχτα με την σύζυγο και τα δύο μικρότερα τέκνα …
Ο ρυθμός του ταξιδιού ήταν πιο χαλαρός
Είχα αρχίσει να την γνωρίζω, να την καταλαβαίνω …
Αφέθηκα να την απολαμβάνω με όλες μου τις αισθήσεις.
Ο ήχος της με διαπερνούσε, οι ελάχιστοι κραδασμοί με χαλάρωναν …
Ο χαλαρός ρυθμός έδινε την ευκαιρία στο βλέμμα να ξεφεύγει να βλέπει πράγματα που δεν είχες προσέξει ποτέ πριν…
Η νύχτα μας έχει πιάσει για τα καλά στα Λουτρά της Ωραίας Ελένης όπου κάνω στάση για να πάρω burger, τα οποία αποδείχθηκαν εξαιρετικά.
Το μαγαζί είναι στην αρχή του χωριού στο ρεύμα προς Κόρινθο, πρέπει να είναι νέο μαγαζί γιατι δεν το θυμάμαι να το εχω ξαναδεί …
Για τους λάτρεις των burger επιβάλλεται μια βόλτα μέχρι εκεί !!!
Ο επαρχιακός της Επιδαύρου δεν έχει κίνηση και με τα burger στην πλάτη η Scarlet μοιαζει ασταμάτητη λές και πιστεύει οτι το ένα είναι για αυτήν και βιάζεται να φτάσουμε για να το απολαυσει …
Ο προβολεας της, τεχνολογίας led έχει αρκετά καλή δεσμη αριστερά και δεξιά αν και φωτίζει σχετικά κοντά το ίδιο και η μεγάλη σκάλα.
Στροφή την στροφή καταπίναμε τα χιλιόμετρα σε ένα απολαυστικό ρυθμό, χαλαρό μεν απολαυστικό δε.
Φτάνουμε στο κάμπινγκ και αφου τελειώνουν οι αγκαλιές και τα φιλιά, είχε έρθει η ώρα να απολαύσουμε τα burger, όντως αξίζουν !!!
Η συνέχεια είχε παιχνίδι με τον μικρό και δίχως να το καταλάβω με πήρε ο υπνος …
Το πρωί ξυπνάω απο τα κελαηδίσματα των πουλιών.
Σηκώνομαι αναζωογονημένος, ξεκούραστος, έτοιμος για νέες περιπέτειες με την Scarlet …
Φτιάχνω καφέ, της ρίχνω μια κλεφτή ματιά.
Στέκει εκεί έτοιμη και αυτή, ξεκούραστη απο τα χθεσινά χιλιόμετρα.
Με κοιτάει με ανυπομονησία σαν να μου λέει:
“άντε τελείωνε είναι ώρα να ξεκινήσουμε.
Δεν έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας.
Αύριο θα με αφήσεις και θα γυρίσεις στην καλή σου …”
Της γυρνάω την πλάτη και κάθομαι να απολάυσω τον καφέ μου ρεμβάζοντας και περιμένοντας την οικογένεια να ξυπνήσει …
Προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, τι είναι αυτό που με τραβάει τόσο σε αυτήν την μοτοσυκλέτα;
Σίγουρα όχι οι επιδόσεις, δεν είναι εκεί οι συγκινήσεις της …
Αλλά έχει κάτι άλλο. Μια ωραία ομοιογένεια. Σε χαλαρώνει. Είναι σαν να κάνεις διαλογισμό πάνω σε δύο τροχούς.
Η Zen μοτοσυκλέτα.
Αν ο Ρόμπερτ Πίρσιγκ ζούσε σήμερα, ίσως κάτι τέτοιο να καβαλούσε.
Η οικογένεια έχει ξυπνήσει, την μοναξιά και την ησυχία την αντικαθιστούν γλυκές φωνές, αγκαλιές και φιλιά …
Ετοιμάζομαι, το μόνο που παίρνω μαζί μου είναι ένα θερμός με παγωμένο νερό …
Η Scarlet παρακολουθεί την κάθε μου κίνηση, είναι σαν να μου λέει:
“Αντε τελείωνε δεν μπορώ να περιμένω άλλο …
Σε θέλω…
Να με ταξιδέψεις σε μέρη νέα, άγνωστα.
Να φτιάξουμε μαζί εμπειρίες και αναμνήσεις ανεξίτηλες στον χρόνο”
Της ρίχνω ένα βλέμμα που υπονοεί πολλά και κατευθύνομαι προς το μέρος της, την καβαλώ, πατάω την μίζα και η καρδιά της αρχίζει να χτυπά ρυθμικά στον ίδιο ρυθμό με την δική μου, γινόμαστε ένα…
Φεύγουμε απο την Παλιά Επίδαυρο με κατεύθυνση προς το Ναύπλιο περνάμε έξω απο το Λυγουριό και συνεχίζουμε.
Διασχίζουμε το Νάυπλιο, την Νέα Κϊο, το Κιβέρι…
Υπάρχουν φίλοι που θα μπορούσαμε να δούμε! αλλά δεν έχουμε χρόνο και για να πω την αλήθεια, δεν θέλω να την μοιραστώ την θέλω μόνο για μένα …
Στο Ξηροπήγαδο κάνουμε την πρώτη σταση της ημέρας για να πιούμε μια γουλιά νερό και συνεχίζουμε …
Φτάνουμε στο Παράλιο Άστρος.
Αφήνουμε πίσω μας το παραλιακό μέτωπο και αρχίζουμε να ανηφορίζουμε τον Πάρνωνα με κατεύθυνση πρός τον Πλάτανο.
Ο δρόμος στενός, ανηφορικός, φιδίσιος, απολαυστικός …
Η Scarlet δείχνει να τον απολαμβάνει όσο και εγώ …
Η χαμηλόροπη καρδιά της σου επιτρέπει να ανηφορίζεις το βουνό χωρίς πίεση, χωρίς την ανάγκη για συνεχείς αλλαγές ταχυτήτων …
Το σχετικά κοντό μεταξόνιο της την κάνει παιχνίδι στις φουρκέτες και οι καταπληκτικές της αναρτήσεις απορροφούν κάθε σπάσιμο του επαρχιακού δρόμου χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.…
Φουρκέτα την φουρκέτα ανεβαίνουμε όλο και πιο ψηλά.
Αφήνουμε πίσω μας την ζέστη του κάμπου, το δροσερό αεράκι μας χαιδέυει το πρόσωπο.
Η θέα προς το Παράλιο Άστρος από ψηλά είναι συγκλονιστική. …
Αφου περάσαμε το διάσελο ξεκινά η κατάβαση μας προς το Πλάτανο.
Σε κάποια σημεία που τα έχουν στρώσει με νέα άσφαλτο είναι καταπληκτικά και ακόμα και μια μοτοσυκλέτα σαν την Scarlet μπορεί να σου προσφέρει συγκινήσεις …
Η Scarlet είναι στο στοιχείο της, δείχνει να είναι φτιαγμένη για να κινείται σε τέτοιους δρόμους …
Ο ήχος του μοτέρ και της εξάτμισής της είναι ο μόνος που διαταράσει την σιωπή του βουνού …
Περνάμε απο τον Πλάτανο χωρίς να σταματήσουμε, είχαμε ξαναπεράσει πριν απο κάποιους μήνες και συνεχίζουμε …
Συνεχίζουμε και φτάνουμε στην Σίταινα όπου γίνεται ένας οργασμός απο ετοιμασίες κάποια γιορτή φαίνεται πως πλησιάζει…
Συνεχίζουμε προς Καστανίτσα απολαμβάνοντας τους έρημους δρόμους τού Πάρνωνα…
Φτάνουμε στην Καστανίτσα, η οποία μας δίνει μια καλή αφορμή για στάση. Λίγη ξεκούραση, λίγη δροσιά, λίγο να γεμίσουν οι αισθήσεις…
Η Scarlet μου “παραπονιέται”, σχεδόν παρακαλάει να τη φωτογραφίσω , και πώς να της το αρνηθώ; Στέκει εκεί, κομψή και περήφανη, σαν να ανήκει στο τοπίο.
Συνεχίζουμε, μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο βουνό. Ο ουρανός σκοτεινιάζει. Μια βροχή , θα ήταν λύτρωση.
Με παρέα τη συννεφιά, περιηγούμαστε στα δάση του Πάρνωνα. Δεν αργούμε να αφήσουμε την άσφαλτο και να ακολουθήσουμε χωματόδρομους, βυθιζόμαστε πιο βαθιά μέσα στη φύση, ψάχνοντας την καρδιά του δάσους.
Διαταράσσουμε την ησυχία του με τον βόμβο της εξάτμισης, μα η Scarlet δεν φαίνεται ξένη σε τούτο το τοπίο.
Είναι μια καταπληκτική μοτοσυκλέτα εξερεύνησης.
Είναι άνετη, με χαμηλό κέντρο βάρους.
Τα κιλά της δεν είναι λίγα, αλλά δεν φαίνονται , ούτε στατικά ούτε εν κινήσει.
Οι αναρτήσεις της καταπίνουν τα πάντα (σε λογικά πλαίσια).
Ο ψεκασμός άψογος, καμία διστακτικότητα, ακόμη και σε χωματόδρομους ή δασικούς δρόμους.
Το κοντό μεταξόνιο, το αρκετό ύψος από το έδαφος, και ταυτόχρονα το χαμηλό ύψος σέλας, κάνουν τη διαφορά.
Το χαμηλόροπο μοτέρ της βγάζει δύναμη ομαλά, ελεγχόμενα, προοδευτικά, και βρίσκει πρόσφυση παντού.
Δεν είναι «εντουράδικη» με τη στενή έννοια, μα έχει τη στόφα της περιπέτειας. Σε πάει όπου θες , όσο θες , χωρίς να ζητήσει πολλά. Και πάντα με τον δικό της, αρχοντικό τρόπο.
Η συνέχεια μας βρίσκει να κατηφορίζουμε προς τον Άγιο Πέτρο. Ο δρόμος είναι καλυμμένος από πριονίδια λόγω υλοτομίας , θέλει μια έξτρα προσοχή. Είχα χρόνια να περάσω από εδώ, από εκείνη την εκδρομή που είχε οργανώσει ο Γιάννης στο advride, πριν κάμποσα χρόνια… Νοσταλγία, ειδικά για το χοντρό μακαρόνι με κόκορα που είχαμε φάει τότε…
Προσπερνάμε τον οικισμό και πιάνουμε τον επαρχιακό δρόμο Τρίπολης – Παραλίου Άστρους. Κι αυτός, απολαυστικός, γεμάτος εναλλαγές εικόνων. Περνάμε δίπλα από το μοναστήρι της Παναγίας Μαλεβής και φτάνουμε στο Ξηροκάμπι.
Τα τοπία αλλάζουν , από το δάσος στα σταροχώραφα. Εικόνες που σου γεννούν σκέψεις και σε πάνε αλλού…
Μετά το Ξηροκάμπι, κάνουμε μια τελευταία στάση για φωτογραφίες. Η ώρα έχει περάσει, το στομάχι διαμαρτύρεται , δεν έχουμε φάει τίποτα από το πρωί, μόνο νερό στις στάσεις.
Η Scarlet, όμως, δεν παραπονιέται. Έχει ακόμα καύσιμο… και όρεξη για χιλιόμετρα.
Κατεβαίνοντας προς το Παράλιο Άστρος, η δροσιά του βουνού μας εγκαταλείπει. Η ζέστη επιστρέφει, και μαζί της, η κούραση.
Ακολουθούμε τα πρωινά μας βήματα ανάποδα. Κάπου μετά το Ναύπλιο, η Scarlet διψάει. Ανάβει το λαμπάκι της ρεζέρβας, και ο χιλιομετρητής γυρίζει στο “F” και μετρά τα χιλιόμετρα της εφεδρείας.
Της ρίχνω ένα χάδι, σαν να της λέω: “Κάνε λίγη υπομονή.”
Ξέρω ότι θέλει να την ξεδιψάσω. Όμως η ζέστη, οι αρκετές ώρες πάνω στη σέλα και η πείνα είχαν αρχίσει να με κουράζουν και να με κάνουν ανυπόμονο να φτάσω. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω στάση…
Η Scarlet είναι ίσως ένα κλικ πιο μικρή από το ιδανικό για το σώμα μου. Είχα αρχίσει να νιώθω ενόχληση στα γόνατα και μυϊκή κόπωση στον δεξί καρπό, από την γκαζιέρα. Θα ήθελα η σέλα της να ήταν λίγο πιο ψηλή.
Φτάνουμε.
Την αφήνω στη σκιά να ξεκουραστεί, κι εγώ παίρνω θέση στο τραπέζι, όπου με περίμεναν: Κεφτεδάκια, πατάτες τηγανητές, χωριάτικη και πατατοσαλάτα…
Όταν σε αγαπάνε, σε προσέχουν.
Η συνέχεια με βρίσκει να απολαμβάνω έναν σύντομο απογευματινό ύπνο. Μετά, παραλία, ξαπλώστρα, καφές, και παιχνίδι με τον μικρό στη θάλασσα.
Η Scarlet ξεκουράζεται σε μια σκιά, αφήνοντας το θαλασσινό αεράκι να τη δροσίζει. Σαν να αναπολεί και αυτή τη μέρα μας. Μια μέρα γεμάτη στροφές, εικόνες, θύμησες και ήχους.
Οι ώρες περνούν γρήγορα. Ήρθε η στιγμή να αφήσω πίσω μου τους αγαπημένους μου και να επιστρέψω στην Αθήνα…
Το σκοτάδι έχει πέσει για τα καλά. Ξεκινάμε με μια σιωπηλή θλίψη – τόσο στο πρόσωπό μου όσο και στο φανάρι της Scarlet. Ξέρουμε και οι δύο καλά πως ο αποχωρισμός πλησιάζει.
Η πρώτη μας έγνοια είναι να βρούμε βενζινάδικο. Η Scarlet διψάει, όλα είναι κλειστά – τόσο μέσα στην Παλιά Επίδαυρο όσο και πάνω στον επαρχιακό. Έχουμε ήδη διανύσει 40 χιλιόμετρα με τη ρεζέρβα, μια ανησυχία αρχίζει να πλανάται. Η Scarlet προσπαθεί να με καθησυχάσει, μα εγώ αγωνιώ , δεν γνωρίζω την ακριβή αυτονομία της.
Τελικά, προλαβαίνουμε ένα πρατήριο τη στιγμή που ο υπάλληλος κλειδώνε την πόρτα.
Η Scarlet ξεδιψά επιτέλους! Έχει διανύσει 362 χιλιόμετρα και καταναλώσει 9,9 λίτρα απλής αμόλυβδης. Μέση κατανάλωση: 2,73 λίτρα / 100 χλμ. Ένα μικρό θαύμα… ή ίσως όχι. Με αυτές τις επιδόσεις είναι λογικό να έχει και αυτή την κατανάλωση
Να έχεις τον νου σου, όμως, από την Παλιά Επίδαυρο μέχρι τα Λουτρά της Ωραίας Ελένης, μετά τις 22:00, δεν θα βρεις ανοιχτό βενζινάδικο.
Η νυχτερινή αύρα, το φεγγάρι και τα αστέρια μας κρατούν συντροφιά. Μια σύντομη στάση για νυχτερινές φωτογραφίες… και σύντομα βρισκόμαστε στην παλιά εθνική οδό Αθηνών–Κορίνθου.
Η τελευταία στάση Κινέτα. Παραλία, φεγγαρόφωτο, να ξεμουδιάσουμε. Ανταλλάσσουμε ματιές, όχι λέξεις, δεν χρειάζονται.
Φτάνουμε σπίτι, έπειτα από μια γεμάτη μέρα. Η νύχτα μάς βρίσκει χωριστά… Μα σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον.
Πρωινό ξύπνημα αυτή τη φορά όχι από το κελάηδισμα των πουλιών, αλλά από το άχαρο ξυπνητήρι. Γρήγορο ντουζάκι, πρόχειρο ντύσιμο και τα σκυλιά βγαίνουν για την πρωινή τους βόλτα. Καφές στα γρήγορα, ετοιμασία για δουλειά… μα το μυαλό μου είναι αλλού, θα μου λείψει.
Μα τι ήταν τελικά αυτό; Ένας καλοκαιρινός έρωτας; Ή μήπως η αρχή μιας εξωσυζυγικής σχέσης, με όλα τα παρελκόμενα , πιθανό διαζύγιο και νέος γάμος; Πώς θα κοιτάξω την Τζο ξανά στο ολοστρόγγυλο, μοναδικό της φανάρι;
Καβαλάω τη Scarlet για τελευταία φορά, με προορισμό να την αφήσω. Η Τζο με περιμένει. Μουτρωμένη. Μα χαίρεται που με βλέπει. Το καταλαβαίνω.
Οι διαφορές ανάμεσά τους τεράστιες. Η καθεμία τους σου προσφέρει κάτι διαφορετικό: άλλες εμπειρίες, άλλα συναισθήματα, άλλη ζωή.
Το Royal Enfield Classic 350 και, γενικά, όλα τα 350άρια της μάρκας, είναι μοτοσυκλέτες με ψυχή. Ιδανικές για αστικές και περιαστικές περιπλανήσεις. Προφανώς και μπορούν να ταξιδέψουν. Αρκεί να είσαι πρόθυμος να κάνεις τους συμβιβασμούς που χρειάζονται. Να αποφύγεις δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, να ρίξεις ρυθμούς.
Στη σημερινή εποχή του πλουραλισμού, της υπερβολής, της διαρκούς επίδειξης και της ανεξήγητης βιασύνης, υπάρχει μια ταπεινή, ευγενική μοτοσυκλέτα, με αριστοκρατική καταγωγή, που αναζητά συνειδητοποιημένους αναβάτες , συντρόφους για να γράψουν μαζί ιστορίες.
Και θα γράψουν, μοναδικές ιστορίες. Όσο κοντά ή μακριά κι αν είναι οι προορισμοί… Τα όρια τα βάζουμε εμείς.
Δυστυχώς όμως, αν δεν είσαι έτοιμος να αποδεχτείς αυτό που είναι, θα μπεις στον πειρασμό να προσπαθήσεις να τη μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Κάτι που δεν είναι.
Η τελική της ταχύτητα 120 χλμ/ώρα. Όχι επειδή δεν μπορεί παραπάνω, αλλά επειδή έτσι την πιστοποίησαν. Μπορείς να την κάνεις να φτάσει τα 120 πιο γρήγορα. Αλλά δεν μπορείς να της αλλάξεις την ουσία της.
Δεν ξέρω αν θα την ξανακαβαλήσω. Δεν ξέρω αν ήταν έρωτας ή απλώς μια σύντομη περιπέτεια.
Ξέρω μόνο ότι αυτό το Σαββατοκύριακο ζήσαμε μαζί κάτι όμορφο.
Κι αν κάποια μέρα τη δω ξανά με κάποιον άλλο αναβάτη, σε κάποιο άλλο ταξίδι, θα της ρίξω ένα βλέμμα κι ένα χαμόγελο που μόνο εκείνη θα καταλάβει, σαν να χαιρετώ έναν παλιό έρωτα που δεν χάθηκε ποτέ, απλώς άλλαξε πορεία.
Υπάρχουν μοτοσυκλέτες που σε πάνε απλώς από το Α στο Β.
Και υπάρχουν κι εκείνες που χωρίς να βιάζονται σε πάνε λίγο πιο κοντά στον εαυτό σου. Γιατί μέχρι να φτάσεις έχεις ήδη κάνει μια μικρή διαδρομή μέσα σου, έτσι κι αλλιώς με τέτοιο ρυθμό δεν γίνεται αλλιώς.
Ίσως εκεί να κρύβεται το νόημα.
Όχι στο να φτάσεις γρήγορα, αλλά στο να φτάσεις πιο γεμάτος απ’ όταν ξεκίνησες.
Πολλές φορές είναι δύσκολο να είσαι αντικειμενικός, ιδιαίτερα όταν μπλέκονται το συναίσθημα, η λογική και οι εμπειρίες μας. Και όταν μιλάμε για μοτοσυκλέτες, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο…
Δεν υπήρχε λογική στην αγορά της BMW R850GS (την οποία, λόγω βάρους, θα αποκαλούμε “Στρουμπουλή”). Δεν υπήρχε ανάγκη, ούτε κάποιο πρακτικό επιχείρημα. Υπήρχε μόνο ένας διακαής πόθος να την αποκτήσω εδώ και χρόνια, χωρίς καν να ξέρω τι θα μπορούσε να μου προσφέρει.
Μέχρι το 2019, πριν από ένα ταξίδι στην Τουρκία, το BMW R80GS ήταν στο μυαλό μου. Ωστόσο, οι αδύναμες επιδόσεις των φρένων και η υψηλή τιμή του με κράτησαν πίσω. Εκείνη την περίοδο, εμφανίστηκε το Moto Guzzi V85TT, το οποίο έβλεπα σαν ένα σύγχρονο R80GS, αλλά το κόστος του ήταν απαγορευτικό. Έτσι, έπεσε στην αντίληψή μου το R850GS.
Τα χρόνια πέρασαν με κάποιες άκαρπες προσπάθειες απόκτησής του, μέχρι που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου ένα ελαφρώς μεταχειρισμένο Moto Guzzi V85TT. Το απέκτησα, το οδήγησα αρκετά και σύντομα κατάλαβα πως, παρά τη γοητεία του, οι Ιταλοί το είχαν βγάλει στην αγορά λίγο βιαστικά, χωρίς να λύσουν όλα τα προβλήματα του μοντέλου.
Το Guzzi έφυγε, αλλά ο πόθος για το BMW παρέμενε. Έπειτα από λίγο “μαρκάρισμα” από φίλους και έναν εσωτερικό διάλογο που περιλάμβανε πολλές νύχτες αγρύπνιας, η απόφαση πάρθηκε. Βρέθηκε ένα R850GS σε αρκετά καλή κατάσταση και, μετά από ένα εκτενές συμβούλιο με την “υπουργό οικονομικών” (η οποία αρχικά αντέδρασε έντονα), όταν μπήκαν στο τραπέζι οι απεργιακές κινητοποιήσεις και η δήλωση ότι “δεν θα ξαναπλύνω πιάτο αν δεν έχει ζεστό νερό”, τελικά το νομοσχέδιο εγκρίθηκε και υπογράφηκε!
Πρώτες Εντυπώσεις & Οδήγηση
Η πρώτη μεγάλη βόλτα της “Στρουμπουλής” έγινε με ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό την τοποθέτηση ελαστικών Motoz Tractionator GPS και με την ευκαιρία να δω πώς συμπεριφέρεται στην εθνική, αλλά και να συναντήσω κάποια φιλαράκια…
Η διαδρομή στην εθνική ανέδειξε αμέσως τα δυνατά σημεία της, ακούραστη στα πολλά χιλιόμετρα, απόλυτα σταθερή στις υψηλές ταχύτητες και σχεδόν αδιάφορη απέναντι στους πλευρικούς ανέμους. Στα 150 km/h ταξιδεύει χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, ενώ ένα μικρό φρυδάκι πάνω από την εργοστασιακή ζελατίνα βελτίωσε την αεροδυναμική άνεση.
Σου δίνει την σταθερή αίσθηση μοτοσυκλέτας με μακρύ μεταξόνιο και παράλληλα την ευελιξία μοτοσυκλέτας με κοντό μεταξόνιο με ενα τιμόνι που κόβει πάρα πολύ, αυτό σε μπερδεύει λίγο στην αρχή μαζί με το γεγονός ότι δεν έχεις επαρκή πληροφόρηση απο το μπροστινό τροχό.
Η δεύτερη βόλτα της έγινε σε επαρχιακούς δρόμους και λίγο χώμα, για να δω πώς συμπεριφέρεται εκτός αυτοκινητοδρόμου. Η διαδρομή περιλάμβανε την παλιά εθνική οδό, περάσματα από Λουτρά Ωραίας Ελένης, Αθίκια, Αγιονόρι και Λυγουριό, Κρανίδι και Ερμιόνη και στην συνέχεια Λεμονοδάσος, Γαλατά, Επίδαυρο και πίσω, με την συνοδεία του τζούνιορ μέχρι την Κινέτα . Ο δρόμος ήταν φιδίσιος, τα τοπία πανέμορφα και η “Στρουμπουλή” έδειχνε να απολαμβάνει κάθε στροφή. Οι αναρτήσεις της, αν και κουρασμένες, προσπαθούσαν να κάνουν το καθήκον τους.
Το ταξίδι ξεκίνησε με ένα γενναίο πρωινό που απόλαυσε η “Στρουμπουλή”, γεμίζοντας το ρεζερβουάρ της με απλή βενζίνη. Λίγες ώρες αργότερα, καθισμένος σε ένα παγκάκι απέναντι από ένα σουβλακοπωλείο στο λιμάνι της Κοιλάδας με θέα τις βάρκες και απολαμβάνοντας ένα σουβλάκι, ένιωθα το ένα και μοναδικό τετράγωνο μάτι της να με κοιτάζει. Ήταν σαν να διαμαρτυρόταν που δεν μοιραζόμουν το γεύμα μου μαζί της. Αλλά αυτή δεν είχε χωνέψει ακόμα το πρωινό της οπότε έμεινε με την όρεξη…
Τα Motoz Tractionator GPS έδειξαν εξαιρετική συμπεριφορά στον δρόμο, με καλό κράτημα και αίσθηση εμπιστοσύνης στις στροφές. Στο σαθρό χώμα δεν εδειξαν αν προβληματίζονται καθώς επίσης διαχειρίστηκαν άριστα τις πρωινές υγρασίες (με γνώμονα πάντα τον σχεδιασμό τους)
Τεχνικές Παρατηρήσεις & Προβλήματα
Κατά την επιστροφή από τη Θεσσαλονίκη, ανακαλύψαμε το πρώτο “bug” του μοντέλου. Ήταν Δεκέμβρης, με τη θερμοκρασία σε μονοψήφια νούμερα, όταν ξαφνικά άρχισε να ακούγεται ένα έντονο βουητό, σαν ήχος ελαστικών σε άγριο οδόστρωμα.
Το πρόβλημα εντοπίστηκε στην ανάγκη λίπανσης του κοντέρ, εκεί όπου μπαίνει η ντίζα – κάτι που, όπως διαβάσαμε, είναι σύνηθες σε κρύο καιρό.
Κατά τη δεύτερη βόλτα, εμφανίστηκε ένα νέο πρόβλημα: ένας ενοχλητικός τριγμός ιδιαίτερα έντονος όταν περνούσα πάνω από ανωμαλίες.
Σε δοκιμή που τις έκανε ο Γιώργος διαπίστωσε ότι ο θόρυβος δεν ακούγεται αν είσαι όρθιος και δεν κάθεσαι στην σέλα!
Με λίπανση στις επάνω βίδες του υποπλαισίου, το πρόβλημα λύθηκε προσωρινά, θα χρειαστεί παρακολούθηση και επίλυση.
Παρόλο που είναι βιτσιόζα, η “Στρουμπουλή” είναι και ευαισθητούλα. Και το θέλει το λιπαντικό της, αλλιώς αρχίζει να τρίζει και να διαμαρτύρεται σαν ανικανοποίητη ερωμένη…
Αδυναμίες που έχω εντοπίσει μέχρι στιγμής
Χωρητικότητα ρεζερβουάρ: Παρόλο που έχει 24 λίτρα, μόνο τα 20 είναι αξιοποιήσιμα, λόγω έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών του ρεζερβουαρ. Υπάρχουν διάφορες DIY επεμβάσεις ώστε να μπορεσεις να χρησιμοποιήσεις αλλα περίπου 3 λίτρα, αλλά αν η αυτονομία δεν φτάνει, τότε το ρεζερβουάρ (30 λίτρα) απο το r1150gs adventure είναι μονόδρομος
Φωτισμός: Η μονόφθαλμη όψη της δεν είναι μόνο αισθητικό θέμα, αλλά και πρακτικό. Το μοναδικό της φανάρι δεν φωτίζει ικανοποιητικά τον δρόμο τη νύχτα, κάνοντας τη νυχτερινή οδήγηση μια εμπειρία τύπου “πήγαινε προς το φως”, αλλά με την ελπίδα ότι δεν θα είναι το τελευταίο σου ταξίδι. Θα χρειαστεί επέμβαση με αλλαγή της καλωδίωσης καθώς επίσης και το να αλλάξεις το μονό τετράγωνο οφθαλμό (προβολέα) με 1 διπλό με τσακίρικο βλέμμα.
Αναρτήσεις: Αν και η “Στρουμπουλή” είναι σταθερή, οι αναρτήσεις της έχουν δείξει σημάδια κόπωσης, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε δρόμους με ανωμαλίες.
Λειτουργία κινητήρα: Σε δοκιμή που έκανα το r1100gs του Γιώργου διαπίστωσα οτι το μεγάλο μοτέρ έχει καλύτερη λειτουργία που σημαίνει ότι είτε το δικό μου δεν λειτουργεί σωστά είτε όλα αυτά που ακούγονταν και διάβαζα περί καλύτερης λειτουργίας του μικρού 850 μοτέρ δεν ήταν αλήθειες …
Το βάρος: Δεν υπάρχει κάτι να κάνεις για αυτό πέρα από το να το συνηθίσεις.
Αρχική Σύγκριση με Moto Guzzi V85TT
Στον αυτοκινητόδρομο, το R850GS είναι πιο σταθερό και οικονομικό, με κατανάλωση 6-6,5 λτ/100χλμ, ενώ το Guzzi καταναλώνει 8-9 λτ.
Οσον αφορα τους επαρχιακούς εκεί το Guzzi παίρνει το αίμα του πίσω όσον αφορά την κατανάλωση μιας και το να δείς 4 λιτρα στα 100 είναι κάτι πολύ εύκολο αν δεν το κυνηγάς καθώς και στην αίσθηση του βάρους στατικά (είναι κάμποσα κιλά ελαφρύτερο το Guzzi) αλλά έχει πιο ψηλό κέντρο βάρους και εν κινήση μπορώ να πώ ότι το r850gs έχει ελαφρύτερη αίσθηση, επίσης η στρουμπουλή σου εμπνέει μεγαλύτερη σιγουριά και εμπιστοσύνη στις στροφές, και το βασικότερο δεν χτυπάει πυράκια οταν ζεσταθεί σε αντίθεση με το Guzzi.
Η σχέση μας μέχρι στιγμής …
Παρόλο που είναι Βαυαρή στην καταγωγή, η “Στρουμπουλή” και στο μυαλό σου έρχονται εικόνες από δερμάτινα κόκκινα εσώρουχα και μαστίγια, η αλήθεια είναι πως δεν έχει καμία σχέση με αυτά. Περισσότερο μοιάζει με μια Αγγλίδα ανέραστη αριστοκράτισσα, που τα κάνει όλα με το savoir vivre, κρατώντας τις αποστάσεις της. Ο ήχος από το μοτέρ ή την εξάτμιση δεν σε πορώνει, αλλά ούτε σε κουράζει στα μεγάλα ταξίδια. Είναι άνετη, ξεκούραστη, αλλά ακόμα… “δεν έχουμε ταιριάξει”. Δεν έχουμε φτάσει στο σημείο που η σχέση μας θα γίνει απόλυτη, που θα νιώθω ότι είναι φτιαγμένη για εμένα.
Αν και ντύνεται στα κόκκινα και δείχνει έτοιμη για πάθη και περιπέτειες, στην πραγματικότητα παραμένει ψυχρή και συγκρατημένη. Σαν να περιμένει τον σωστό χορευτή για να αφεθεί στον ρυθμό του δρόμου…
Ίσως με τον καιρό, όταν την καταλάβω καλύτερα και εκείνη προσαρμοστεί στα δικά μου χέρια, να αλλάξουν τα πράγματα. Ίσως η ψυχρή αριστοκράτισσα να αρχίσει να λυγίζει…
Συνεχίζεται… (Επόμενο επεισόδιο: οι πρώτες επισκευές και αναβαθμίσεις).
Κλασική βόλτα για να γράψω όμορφα χιλιόμετρα, Μαγούλα, Δερβενοχώρια και απο εκεί έχεις πάρα πολλές επιλογές, επέλεξα να κατευθυνθώ προς Φυλή …
Το τοπίο έχει αλλάξει μετά τις περσυνές πυρκαγίες !!!
Γνώριμα μέρη φαίνονται τελείως ξένα, το μάυρο και το καμμένο έδωσε την θέση του στο πράσινο …
Πιο ψηλά νέες ανεμογεννήτριες σηκώνονται …
Ο ρυθμός ήταν χαλαρός μιας και ακόμα γράφαμε τα τελευταία χιλιόμετρα μέχρι την πρώτη αλλαγή λαδιών στα 500 χλμ.
Χαλαρός ρυθμός αλλά οχι ιδιαίτερα πιο χαλαρός απο ότι θα πήγαινα συνήθως
Το μοτέρ του σε αυτούς τους ρυθμούς είναι ιδιαίτερα φειδωλό στην κατανάλωση καυσίμου, 2,8 λ/100χλμ έδειξε ο μετρητής του για αυτήν την βόλτα .
Πατήσαμε και χώμα για πρώτη φορά πηγαίνοντας προς το φρούριο της Φυλής, προφανώς θα χρειαστεί μεγαλύτερη βόλτα σε χωματόδρομους για να έχω ολοκληρωμένη άποψη.
Στην άσφαλτο όμως είναι αρκετά διασκεδαστικό παρόλο το χωμάτινο στήσιμο, αυτό σίγουρα δεν το περίμενα …
Έχω πολλά ακόμα να δώ και να ανακαλύψω για αυτό το μηχανάκι αλλά οι πρώτες εντυπώσεις είναι πάρα πολύ καλές …
Πολλές πρωτιές για την Royal Enfield με το Himalayan 450, υδρόψυξη, ψηφιακό όργανο, tubeless ζάντες (σε ορισμένα μοντέλα), είναι μερικές από αυτές αλλά την πιο σημαντική δεν την διαβάζεις στα τεχνικά χαρακτηριστικά του μοντέλου !!!
Είναι το πρώτο “fun bike” που κατασκέυασε η εταιρία (τουλάχιστον στην νεότερη ιστορία της) !!!
Αυτή η πρωτιά είναι που θα την φέρει σε “ρήξη” με το μέχρι τώρα κοινό της …
Δεν έχει καμία μα καμία σχέση ούτε με το μοντέλο που αντικαθιστά ούτε με οποιοδήποτε άλλο μοντέλο που κατασκευάζει η έχει κατασκευάσει η συγκεκριμένη εταιρία!!!
Μέχρι πρότινος η εταιρία κατασκεύαζε “ρετρό” μηχανές οι οποίες απέκτησαν φανατικό κοινό.
Η πλειοψηφία τις προτιμούσε για την “χαλαρή” αίσθηση που έβγαζαν καθώς και για την τιμή τους.
Τα τελευταία χρόνια η ποιότητα των μοτοσικλετών που κατασκευάζει η εταιρία έχει αυξηθεί κατακόρυφα, με το κάθε νέο μοντέλο που παρουσιάζεται να είναι καλύτερο από όλα τα προηγούμενα!!!
Αυτό που έχει μένει σταθερό είναι το πάθος τους για τις μοτοσικλέτες το οποίο ενισχύεται και από την κουλτούρα του μοτοσικλετισμου που έχει δημιουργηθεί στην Ινδία.
Τα 2 ερευνητικά κέντρα (ένα στην Αγγλία και ένα στην Ινδία) καθώς και το κέντρο δοκιμών στην Ισπανία έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς από ότι φαίνεται.
Στην παρουσίαση του μοντέλου βλέπεις ανθρώπους με πάθος να μιλούν για την μοτοσικλέτα που έφτιαξαν ….
Έχοντας το στην κατοχή μου για λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα και έχοντας κάνει και το πρώτο σέρβις στα 500χλμ η αρχική εικόνα που έχει σχηματιστεί στο μυαλό μου και ενδυναμώνεται μέρα με την μέρα και χλμ με το χλμ είναι ότι το μόνο κοινό που έχει με το απερχόμενο μοντέλο με το οποίο έχω γράψει 40.000 χλμ είναι το όνομα !!!
Αν και οπτικά μοιάζουν λίγο αυτό που καταλαβαίνεις είναι ότι δεν εξέλιξαν το υπάρχον μοντέλο αλλά δημιούργησαν παράλληλα ένα εξ ολοκλήρου νέο.
Το παλιό μοντέλο το 411 ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε νεοεισερχόμενους αναβάτες καθώς και σε αναβάτες “προχωρημένης ηλικίας”.
Ήταν και είναι ένα ήρεμο μηχανάκι που μπορούσε να σε ταξιδέψει μέχρι τα πέρατα του κόσμου φορτωμένο όσο δεν παίρνει αρκεί να το άφηνες να το κάνει στον ρυθμό του …
Ένα γαϊδουράκι, ένας σύντροφος που δεν θα σε πρόδιδε ποτέ, αυτήν την εικόνα σου έδινε !!!
Το νέο στον αντίποδα είναι ένα νεαρό ατίθασο άτι που του αρέσει να καλπάζει …
Κινητήρας:
Το μοτέρ του 450 με την ονομασία “Sherpa” (πήρε το όνομα από τους οδηγούς και αχθοφόρους που οδηγούν και κουβαλούν τα πράγματα των ορειβατών στα Ιμαλάια) δεν έχει την ίδια μεγάλη διαδρομή της μπιέλας όπως το προηγούμενο μοντέλο (διάμετρος 84mm και διαδρομή 81,5mm) και αυτό είναι εμφανές στις πολύ χαμηλές στροφές όπου το παλιό δείχνει να είναι πιο δυνατό (από το ρελαντί έως τις 2500 περίπου), από εκεί και πάνω δεν τίθεται κανένα μέτρο σύγκρισης.
Οι κραδασμοί είναι ελάχιστοι για μονοκύλινδρο μοτέρ και δεν είναι ενοχλητικοί. Πιο πολύ υπάρχουν για να σου θυμίζουν ότι αυτό που καβαλάς είναι ζωντανό …
Η μέγιστη ροπή των 40Νm αποδίδεται στις 5500 στροφές ενώ η μέγιστη υποδύναμη των 40 ίππων στις 8000 στροφές.
Στίς 4000 στροφές έχει 80 χλμ στο κοντέρ.
Στις 5000 έχει 100.
Στις 6500 έχει 130.
Τα κόκκινα ξεκινούν στις 8000 στροφές.
Πλαίσιο:
Το πλαίσιο του είναι στιβαρό χωρίς ελαστικότητες με το μοτέρ να είναι μέρος του.
Είναι καλοζυγισμένο και έχει πάρα πολύ καλή συμπεριφορά.
Το βάρος της μηχανής είναι κατά τι λιγότερο από τα 200 κιλά.
Δείχνουν πολλά στα χαρτιά όπως και σαν αίσθηση όταν πας να το σηκώσεις από το πλαϊνό σταντ λόγω του ότι το μηχανάκι γέρνει αρκετά. (Υποθέτω ότι λόγω του ότι το ίδιο πλαίσιο θα χρησιμοποιηθεί και σε “χαμηλότερα” μηχανάκια για ευκολία κατασκευής και για οικονομία κλίμακας χρησιμοποιούν το ίδιο πλευρικό ορθοστάτη)
Με το που το φέρεις σε όρθια θέση και η μηχανή αρχίζει να γυρνάει τις ρόδες της είτε με εσένα πάνω είτε είσαι στο πλάι το βάρος εξαφανίζεται.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το μικτό βάρος της μηχανής είναι στα 394 κιλά που σημαίνει ότι μπορεί να μεταφέρει 200 κιλά φορτίου περίπου, όχι και λίγα για μηχανή 450 κυβικών.
Σύστημα πέδησης:
Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του παλιού ήταν μάλλον τα φρένα του κάτι που στο καινούριο το διόρθωσαν και επιτέλους μπορείς να φρενάρεις με ασφάλεια …
Μπροστά έχει ένα δίσκο 320mm με δαγκάνα διπλού εμβόλου ενω πίσω ο δίσκος είναι 270 mm με δαγκάνα μονού εμβόλου.
Το σύστημα πέδησης είναι της Bybre (θυγατρική της Brembo στην Ινδία) ενώ το σύστημα ABS μπορεί να απενεργοποιηθεί στον πίσω τροχό μόνο.
Αναρτήσεις:
Και οι αναρτήσεις του νέου είναι βελτιωμένες παρόλο που δεν είναι ρυθμιζόμενες έχουν πάρα πολύ καλή λειτουργία τόσο στην άσφαλτο όσο και στο χώμα (αν και η επαφή με τους χωματόδρομους ήταν περιορισμένη)
Το νιώθεις σφιχτό αλλά χωρίς να κοπανάει και καταπίνει τα πάντα με χαρακτηριστική ευκολία σε αυτό ίσως και να βοηθάει και το μακρύ ψαλίδι που έχει …
Οι διαδρομές της ανάρτησης τόσο μπροστά όσο και πίσω είναι στα 200mm και είναι απο την Showa.
Τροχοί:
Οι τροχοί του είναι (με σαμπρέλα στο μοντέλο που έχω) 21 ιντσών μπροστά (90/90-21) και 17 πίσω (140/80-17) και τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης είναι αρκετά ικανοποιητικά θα έλεγα χωρίς να με έχουν προβληματίσει κάπου μέχρι στιγμής.
Ηλεκτρικά/ηλεκτρονικά συστήματα:
Το στρογγυλό ψηφιακό πολυόργανο που έχει είναι ευανάγνωστο τόσο την μέρα όσο και την νύχτα και παρέχει αρκετή πληροφορία. (Ακόμα και παραγινωμένοι αναβάτες με πρεσβυωπία δεν θα δυσκολευτούν στην ανάγνωση του).
Στον αντίποδα το μενού του θέλει εξοικείωση αλλά μετά από λίγο το μαθαίνεις είτε διαβάζοντας το εγχειρίδιο χρήσης είτε ανακαλύπτοντας πράγματα τυχαία ….
Το γεγονός ότι μπορείς να προβάλεις τους χάρτες της google στο όργανο μέσω εφαρμογής στο κινητό σου είναι στα σύν ακόμα και αν δεν μπορείς να κλείσεις την οθόνη του κινητού, δεν το έχω δοκιμάσει εκτενώς ακόμα για να μπορέσω να πώ πόσο γρήγορα αδειάζει την μπαταρία του κινητού.
Προτιμώ όμως να έχω το κινητό πάνω μου για έκτακτη ανάγκη η για να το προστατεύσω από το να το έχω σε μια βάση στο τιμόνι όπου και εκεί θα είχα κατανάλωση της μπαταρίας του !!!
Ο προβολέας του είναι led και είναι απλά ικανοποιητικός στις σκοτεινές νύχτες χωρίς φεγγάρι ένα σετ προβολάκια θα του χρειαστούν ειδικά αν θές να ανεβάσεις ρυθμό …
Υπάρχει αρκετή παραγωγή ρεύματος για να υποστηρίξει αξεσουάρ καθώς επίσης έχει το ίδιο χαμηλή κατανάλωση ρεύματος λόγω της χρήσης led παντού.
Ο εναλλάκτης παράγει 280 W @ 1200 rpm, σε αντίθεση με το παλιό μοντέλο που παρήγαγε 221W @ 1500 rpm.
Ρεζερβουάρ:
Το ρεζερβουάρ του έχει χωρητικότητα 17 λίτρα και σε επαρχιακό – ορεινό δίκτυο έχεις αυτονομία τουλάχιστον 400 χλμ, η ρεζέρβα του είναι 3 λίτρα περίπου και το διαθέσιμο καύσιμο είναι περί τα 16 λίτρα.
Αρνητικό το ότι παρόλο που η τάπα είναι με μεντεσέ δεν μένει ανοιχτή κατα τον ανεφοδιασμό αλλά πρέπει να την κρατάς …
Εδώ να πώ ότι οι μέχρι τώρα καταναλώσεις έχουν κυμανθεί από 2,8 έως 3.4 λίτρα/100χλμ.
Άνεση:
Η ανεμοκάλυψη με την μικρή ζελατίνα είναι ανύπαρκτη και ενώ έχεις μια μοτοσυκλέτα που θα μπορούσε να κινηθεί σε ταχύτητες εθνικής οδού (και παραπάνω) την αποφεύγεις για να μην παλεύεις με τον αέρα, θέλω να δοκιμάσω την ψηλότερη για να δώ αν θα κάνει διαφορά.
Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο είναι η σέλα του που παρόλο που είναι αρκετά φαρδιά μετά από λίγο σε κουράζει και σου δημιουργεί δυσφορία και πόνο στον κοκυγγα θα έλεγα …
Αυτό ίσως στρώσει με τον καιρό, ή θα πρέπει να γίνει μετατροπή της, ή να δοκιμαστεί και η τουριστική σέλα που υπάρχει στα αξεσουάρ ….
Χωρητικότητες:
Λάδι κινητήρα: 2,1 λίτρα 10W40 API SN JASO MA2 ημισυνθετικό
Λάδια και φίλτρο κινητήρα: πρώτη αλλαγή στα 500 και επόμενες κάθε 10.000 χλμ.
Ρύθμιση βαλβιίδων: στα 10.000, 20.000, 40.000 και κάθε 20.000 χλμ μετά.
Φίλτρο αέρα: αντικατάσταση κάθε 10.000 χλμ.
Φίλτρο τρόμπας βενζίνης: αντικατάσταση κάθε 30.000 χλμ.
Καλώδια ανάφλεξης: αντικατάσταση κάθε 40.000 χλμ (για το μπουζί δεν μπόρεσα να βρώ την συνιστώμενη αντικατάσταση).
Ψυκτικό υγρό: αντικατάσταση κάθε 30.000 χλμ.
Υγρά φρένων: αντικατάσταση κάθε 20.000 χλμ.
Εδώ να αναφέρω ότι το φίλτρο αέρα έχει μεταφερθεί κάτω από το ντεπόζιτο το οποίο σημαίνει ότι το ντεπόζιτο πρέπει να αφαιρεθεί για να γίνει αλλαγή/καθαρισμός του φίλτρου αυτό όμως ανέβασε το μέγιστο ύψος διάβασης υδάτινου κωλύματος.
Επίσης η αλλαγή του μπουζί από μια απλή διαδικασία στο απερχόμενο μοντέλο στο νέο προϋποθέτει αφαίρεση ρεζερβουάρ καθώς και το φιλτρόκουτι!!!
Εργαλεία:
Με τα εργαλεία που έρχονται με την μηχανή μπορείς να αφαιρέσεις και τους δύο τροχούς, το ρεζερβουάρ, το φίλτρο αέρα και άλλα πολλά τα οποία αναφέρονται στο εγχειρίδιο χρήσης.
Στο παρακάτω βίντεο (στο 63ο δευτερόλεπτο δείχνει τον Adam Riemann να αφαιρεί τον μπροστά τροχό)
Στο δια ταύτα:
Δεν είναι αναβάθμιση του προηγούμενου μοντέλου είναι ένα καθ ολοκλήρου νέο μοντέλο που απευθύνεται και σε διαφορετικό κοινό (πιο νέο ή μεγαλύτερους που το αίμα τους βράζει).
Η “έλλειψη” ροπής χαμηλά σημαίνει ότι θα πρέπει να έχεις την σωστή σχέση στο κιβώτιο κάτω από τις 3500 στροφές, από εκεί και πάνω σηκώνει οποιαδήποτε σχέση στο κιβώτιο.
Έχει πολύ ωραία συμπεριφορά στον δρόμο και πλασάρεται πολύ ωραία στις στροφές και μπορώ να πώ ότι είναι διασκεδαστικό.
Δείχνει να είναι αρκετά οικονομικό ενώ το μόνο μελανό σημείο για την ώρα δείχνει να είναι η σέλα του.
Για την τιμή που πωλείται παίρνεις πολύ μηχανή για αυτά που δίνεις !!!
Δείχνει να είναι ένα καλό, ωραίο, άνετο, διασκεδαστικό και ταξιδιωτικό μηχανάκι παντός δρόμου με αυξημένες δυνατότητες κίνησης “εκτός δρόμου” (δεν είναι εντουράκι) )το οποίο μπορεί να φορτωθεί και να σε πάει παντού !!!
Αυτή η εταιρία και αναφέρομαι στην Royal Enfield έχει κάνει τεράστια άλματα τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τον σχεδιασμό και την ποιότητα των μηχανών που κατασκευάζει!!!
Το νέο Himalayan είναι το καλύτερο μηχανάκι που έχει βγάλει μέχρι στιγμής …
Κάθε νέο της μηχανάκι είναι καλύτερο και πιο προσεγμένο από όλα τα προηγούμενα ανεξαρτήτως τιμής!!!
Η δεύτερη γενιά του Himalayan έχει γίνει υδρόψυκτη για πρώτη φορά στα 120 χρόνια της εταιρίας, έχει αναβαθμιστεί σε όλους τους τομείς …
Αν τα δεις δίπλα δίπλα το παλιό και το νέο δεν πιστεύεις ότι ο ίδιος κατασκευαστής τα έφτιαξε και τα δύο!!!
Το παλιό δείχνει πολύ φθηνό, πρόχειρο, σαν από άλλη εποχή, βέβαια είναι και πιο απλό σαν κατασκευή με ότι αυτό συνεπάγεται.
Αλλά το νέο είναι βελτιωμένο σε όλους τους τομείς, κινητήρας, επιδόσεις, αναρτήσεις, χωροταξία, διαστήματα σέρβις, φανάρι, γεννήτρια (για την υποστήριξη αξεσουάρ) …
Δείχνουν να έχουν σκεφτεί σχεδόν τα πάντα και να έχουν βελτιώσει όλα τα ελαττώματα η τις ελλείψεις που είχε το παλιό …
πχ δεν εξέχει ούτε το μοχλικό ούτε ο κεντρικός ορθοστάτης (έρχεται ως στάνταρ όπως θα έπρεπε σε όλα τα μηχανάκια) από κάτω σε αντίθεση με το παλιό που συχνά πυκνά τα κοπανάς αν αποφασίσεις να κινηθείς εκτός ασφαλτόδρομου …
Το νέο στρογγυλό όργανο είναι όμορφο στο μάτι και οι πληροφορίες που δείχνει και δεν είναι και λίγες είναι ευανάγνωστες, ενώ περίμενα ότι θα ξενίσει μου άρεσε πολύ, περισσότερο από το να είχε κάποιο παραλληλόγραμμο.
Μόνη παραφωνία ή έλλειψη πίσω στοπ φαναριού που είναι ενσωματωμένο στα πίσω φλας!!!
Το νέο είναι ένα μηχανάκι έτοιμο να σε ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου όπως και το παλιό αλλά λίγο πιο γρήγορα, λίγο πιο άνετα, λίγο πιο εύκολα …
Όσον αφορά το βάρος με άδειο σχετικά το ρεζερβουάρ το νέο δείχνει καλοζυγισμένο, τουλάχιστον στατικά και στο να το σπρώχνεις και το παλιό δεν δείχνει τα κιλά του μιας και έχει αρκετά χαμηλά το κέντρο βάρους …
Οι κολλήσεις στο πλαίσιο δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ του νέου και του απερχόμενου μοντέλου και ποιοτικά δείχνει αρκετά σκαλιά ίσως και ολόκληρη σκάλα καλύτερο απο το παλιό!
Για την τιμή του θα έλεγα ότι είναι μια πάρα πολύ τίμια πρόταση ίσως απο τις καλύτερες όσον αφορά για μηχανή της μικρομεσαίας κατηγορίας travel enduro κατά την γνώμη μου, αλλά αυτό θα το δώ και στην πράξη αφού το ταξιδέψουμε αρκετά και εκτεταμένα …
Θα έλεγα ότι δείχνει αρκετά ακριβότερη από ότι την έχουν τιμολογήσει ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι η αύξηση της τιμής είναι της τάξης των 500-700 ευρώ περίπου παραπάνω από το απερχόμενο μοντέλο …
Το πρωτοείδα όταν παρουσιάστηκε στο Μιλάνο τον περασμένο Νοέμβριο και αμέσως μου έκανε ένα κλικ …
Έγινε και μια προσπάθεια μήπως κάνω ανταλλαγή το Moto Guzzi V85TT με αυτό στις αρχές της χρονιάς αλλα δίχως αποτέλεσμα, οπότε το ξέχασα και κάμποσοι μήνες πέρασαν ….
Σε μια επίσκεψη μου στην αντιπροσωπεία της Royal Enfield για να αγοράσω κάποια ανταλλακτικά για το Royal Enfield Himalayan που έχω μου προτάθηκε αν θέλω να το κάνω σε αυτούς την ανταλλαγή!!!
Κανονίσαμε όταν είναι διαθέσιμο να μου το δώσουν για δοκιμή για κάποιο Σαββατοκύριακο και η ζωή συνέχισε να κυλάει ήρεμα …
Μέχρι που μια Πέμπτη μεσημέρι δέχομαι ένα τηλεφώνημα και μια γλυκιά γυναικεία φωνή με ενημερώνει ότι αν ήθελα το Super Meteor για αυτό το Σαββατοκύριακο μπορώ να περάσω να το πάρω …
Εννοείται πως ήθελα αλλά αυτό το ΣΚ είχαμε εκλογές και θα φεύγαμε και εκτός Αθηνών την Παρασκευή και το Σάββατο …
Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται όμως, οπότε κανονίστηκε να περάσω να το πάρω την ίδια μέρα και να το επιστρέψω την Δευτέρα ….
Χωρίς πολλά πολλά καβαλάω την Βέρα (Moto Guzzi V85TT) και σε σύντομο χρονικό διάστημα βρίσκομαι στην Κερατέα …
Κανονίζουμε τα διαδικαστικά και η κούκλα είναι δική μου για αυτές τις μέρες …
Με περίμενε έξω υπομονετικά να την καβαλήσω και να χαθούμε μαζί σε δρόμους όμορφους …
Την κοιτάω καλά καλά πριν την καβαλήσω …
Η πρώτη αποκάλυψη είναι η ποιότητα κατασκευής …
Αν μου έλεγαν το 2018 που πήρα το πρώτο μου Royal Enfield ότι 5 χρόνια μετά η συγκεκριμένη εταιρία θα έβγαζε τέτοιο μηχανάκι δεν υπήρχε περίπτωση να το πιστέψω στην καλύτερη να γέλαγα …
Όπου και να κοιτάξεις όλα είναι προσεγμένα.
Η ποιότητα βαφής αψεγάδιαστη.
Είχα καιρό να δώ μηχανάκι που οι διακόπτες του να είναι φτιαγμένοι από μέταλλο …
Σε αυτή την κατηγορία τιμής δεν έχει αντίπαλο σε αυτό το θέμα …
Η δεύτερη αποκάλυψη είναι για την διαχείριση του βάρους της …
Την καβαλάω και κοιτάω να δώ που είναι τα 240 κιλά της …
Δεν υπάρχουν και δεν μιλάω όταν είναι εν κινήσει αλλά και στατικά, να την σηκώσεις από το πλαϊνό ορθοστάτη να την μετακινήσεις σβηστή κτλ …
Δείχνει ελαφρότερη και από τα αδερφάκια της (Interceptor, Continental) …
Βάζω μπροστά και ένας ωραίος συνδυασμός ήχων έρχεται στα αυτιά μου …
Το κιβώτιο ταχυτήτων απλά καταπληκτικό, πρώτη και ξεκινάμε, είναι σίγουρα 240 κιλά;
Ή είναι κάποιο κόλπο του μαρκτετιγκ αυτό …
Ο συμπλέκτης είναι λίγο σκληρός άλλα όχι κάτι που θα προβληματίσει …
Η θέση των μαρσπιέ σχετικά μπροστά θέλει συνήθεια και τα ψάχνεις για να βάλεις τα πόδια σου …
Φεύγουμε από την Κερατέα με κατεύθυνση προς Ανάβυσσο ο δρόμος ότι πρέπει για να δούμε το στήσιμο της μηχανής …
Δεν έχω οδηγήσει προσωπικά άλλη μηχανή με τόσο δυνατό πίσω φρένο …
Δίσκος 300 χιλιοστών με διπίστονη δαγκάνα πίσω από την ByBre (θυγατρική της Brembo στην Ινδία).
Θα μπορούσες να φρενάρεις μόνο με το πίσω …
Σε συνδυασμό με το μπροστά φρένο με μόνο δίσκο 320 χιλιοστών επίσης με διπιστονη δαγκάνα σταματούν την μηχανή με ασφάλεια, αν και το μπροστά φρένο δεν είναι όσο άμεσο είναι το πίσω και δεν έχει τόσο καλή πληροφόρηση
Το ABS είναι όσο παρεμβατικό χρειάζεται και δεν κάνει την παρουσία του εμφανή με το παραμικρό …
Συνεχίζουμε την διαδρομή μας, το μοτέρ γνώριμο τόσο από το Interceptor όσο και από το Continental με διαφορετικές ρυθμίσεις όμως από αυτά …
Ένα αεροελαιόψυκτο δικύλινδρο 650 κυβικών με στρόφαλο 270 μοιρών, που αποδίδει 47 άλογα φτιαγμένο όμως να μπορεί να φτάσει τα 865 κυβικά και τα 70 άλογα τροχό, αν κάποιος το επιθυμεί …
Ο ψεκασμός απλά αψεγάδιαστος …
Εννοείται ότι είναι “ride by συρματόσχοινο” οπότε διάφορα σύγχρονα καλούδια όπως riding modes, cruise control κτλ απλά απουσιάζουν και μεταξύ μας δεν έχουν θέση σε αυτή την μηχανή…
Δεν είμαι κατά των ηλεκτρονικών βοηθημάτων ίσα ίσα που πιστεύω ότι προσφέρουν τα μέγιστα για την ασφάλεια του αναβάτη αλλά αυτή η μηχανή είναι old school, αναλογική και θα πρέπει να την οδηγάς ανάλογα …
Το μοτέρ παράγει όση δύναμη χρειάζεται για να περιηγηθείς ικανοποιητικά σε κάθε είδος δρόμου και αρκετά πάνω από τα όρια που ισχύουν, χωρίς ξεσπάσματα και είναι διαχειρίσιμο και από νέους αναβάτες …
Έρχονται οι πρώτες στροφές και η τέταρτη αποκάλυψη …
Στρίβει καταπληκτικά και δεν το περιμένεις από αυτό το είδος μηχανής (δεν έχω εμπειρία από άλλες αυτού του στυλ) από ότι έχω διαβάσει είναι φτιαγμένες για τις ατελείωτες ευθείες της Αμερικής και όχι μόνο.
Ε αυτό το μηχανάκι τα γκρεμίζει όλα αυτά …
Μπαίνεις στις στροφές με μια καταπληκτική ευκολία και κάνοντας σε να νιώθεις ασφάλεια και σιγουριά …
Δεν μπορούσα να το πιστέψω …
Είσαι χαλαρός πάνω στην μηχανή σου και απλά στρίβεις στην κάθε στροφή με κλίσεις που δεν το περιμένεις και το μόνο που ίσως βρει είναι τα μαρσπιέ, οι εξατμίσεις αν και χαμηλά είναι καλά σχεδιασμένες και δεν βρίσκουν …
Η μόνη παραφωνία είναι τα σχετικά σκληρά πίσω αμορτισέρ.
Κατα διαστήματα κάνω κάποιες στάσεις για φωτογραφίες αλλά περισσότερο για να την χαζέψω …
Είναι όλο καμπύλες …
Όσο την κοίταζα τόσο πιο πολύ μου άρεσε …
Φτάνουμε στον παραλιακό δρόμο και συνεχίζουμε με κατεύθυνση προς Αθήνα.
Αυτό το μηχανάκι είναι αγχολυτικό και παράλληλα άκρως διασκεδαστικό …
Δεν θυμάμαι άλλη φορά να οδήγησα σε αυτόν τον δρόμο και να το διασκέδασα τόσο πολύ χωρίς από την άλλη να αγχωθώ στο ελάχιστο …
Ίσα ίσα που σε κάθε επόμενη στροφή το πίεζα και πιο πολύ και αυτό αδιαμαρτύρητα έστριβε και με έκανε να νιώθω οδηγός άλλης κλάσης (που δεν είμαι) …
Τα ελαστικά του στο στενό οδόστρωμα δεν με προβλημάτισαν στο ελάχιστο και κράταγαν πάρα πολύ καλά …
Οι καθρέπτες είναι τοποθετημένοι έτσι ώστε να βλέπεις πίσω σου και όχι τους ώμους σου η τους αγκώνες σου, επίσης δεν θολώνουν σε καμία περίπτωση , πάντα έχεις καθαρή εικόνα το τι γίνεται πίσω σου …
Αφήνουμε τις στροφές και την διασκέδαση πίσω μας και μπλέκουμε στην κίνηση της παραλιακής.
Τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα και ο Σούπερ Μετεωρίτης κινούταν ανάμεσα τους με χαρακτηριστική ευκολία χωρίς να προβληματίσει ούτε στο ελάχιστο …
Είναι πάρα πολύ καλά ζυγισμένο και μπορείς να κινηθείς σε ρυθμούς σαλιγκαριού με απόλυτο έλεγχο …
Πέμπτη αποκάλυψη, σε καμία περίπτωση δεν ένιωσα ζέστη από το μοτέρ είτε σε συνθήκες κίνησης, είτε μποτιλιαρίσματος, είτε ανοιχτού δρόμου …
Τίποτα, καταρρίπτοντας τους νόμους της φυσικής λες και το αποτέλεσμα της καύσης του καυσίμου δεν παράγει θερμότητα αλλά ψύχος …
Αυτό δεν είναι υπερβολή ειδικά αν έχεις μόλις κατέβει από το Moto Guzzi!!
Μέχρι να το καταλάβω έχω φτάσει σπίτι …
Σύντομη στάση για να ξεφορτωθώ το σακίδιο με τα αδιάβροχα και την φωτογραφική μηχανή και μετά την ολιγόλεπτη στάση ξαναβρίσκομαι πάνω στην σέλα της για να την επιδείξω σε φίλους αυτή την φορά …
Πρώτη στάση για απογευματινό καφέ την έχω ακριβώς απέναντι μου να γεμίζει το οπτικό μου πεδίο και δεν μπορώ να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω της …
Την αποχωρίζομαι άλλα όχι για πολύ, για λίγο ίσα ίσα να φάω κάτι και να βγάλω τα σκυλιά βόλτα να κοιμηθεί ο μικρός και να ξεχυθούμε πάλι στους δρόμους …
Δεν μπορούσα να την χορτάσω, ξεκινάμε και κατευθυνόμαστε προς το λιμάνι για να βγάλουμε και καμιά νυχτερινή φωτογραφία …
Στο σπασμένο οδόστρωμα τα πίσω αμορτισέρ δυσανασχετούν και κουράζουν …
Λές να μην κάνει για μένα σκεφτόμουν …
Φτάνουμε στο λιμάνι και όλες οι είσοδοι είναι κλειστές!!!
Δεν πειράζει θα πάμε κάπου πιο μακριά …
Περιφερειακός Δραπετσώνας, Σχιστό, βγαίνουμε εθνική με κατεύθυνση προς Κόρινθο και στο ύψος της Ελευσίνας πιάνουμε την παλιά εθνική οδό …
Μέχρι αυτή την ώρα λόγω του φωτισμού που είχε ο δρόμος δεν είχα καταφέρει να διαπιστώσω την απόδοση του φαναριού της …
Με το που βγαίνουμε στην παλιά εθνική έρχεται η έκτη αποκάλυψη, το led φανάρι της είναι καταπληκτικό και φωτίζει και το εσωτερικό και το εξωτερικό της στροφής !!!
Είναι η τρίτη μηχανή με led που έχω οδηγήσει νύχτα (Cfmoto 650MT, Moto Guzzi V85TT) και αυτό είναι πολύ καλυτερο απο αυτά, με χειρότερο αυτό του Cfmoto …
Έχει άριστη διασπορά και σε συνθήκες απόλυτου σκοταδιού δεν με προβλημάτισε καθόλου ούτε χρειάστηκα κάτι παραπάνω …
Ο δρόμος είναι άδειος και αρκετά ενδιαφέρον, μπαίνω στις στροφές όπως θα έμπαινα και την μέρα τόσο εμπιστοσύνη μου δίνει η μηχανή και η ορατότητα από το φανάρι της …
Μέχρι να το καταλάβω έχω φτάσει στην γέφυρα πριν τα Μέγαρα και ο δρόμος είναι κλειστός …
Κοιτάζω το ρολόι και είναι 00:30 ούτε που το κατάλαβα πως πέρασε η ώρα …
Αναστροφή και επιστροφή ….
Μετά το Νεράκι η άσφαλτος είναι λίγο υγρή σαν να έχει βρέξει …
Τα λάστιχα πρώτης τοποθέτησης δείχνουν να δυσανασχετούν με την υγρασία πάνω στην άσφαλτο …
Μπαίνω Ελευσίνα και είναι όλα στεγνά …
Μετά την Ελευσίνα στην Εθνική όλα είναι πάλι μούσκεμα στο περισσότερο νερό δείχνουν να συμπεριφέρονται καλύτερα …
Ευτυχώς δεν βρέχει …
Λίγο πριν φτάσω σπίτι αρχίζουν να πέφτουν και οι πρώτες ψιχάλες …
Την γλιτώσαμε σκέφτηκα …
Την κλειδώνω την καληνυχτίζω αλλά η σκέψη μου έμεινε μαζί της …
Φωτογραφίες πάντως δεν βγάλαμε δεν κατέβηκα ούτε δευτερόλεπτο από την σέλα της !!!
Το γεγονός ότι κάναμε ένα διάλειμμα στην σχέση μας (κάτι ανάλογο με το break στην σχέση του Ross και της Rachel στα φιλαράκια) βοηθάει να μπουν οι σκέψεις μου σε μια σειρά …
Οι πρώτες εντυπώσεις είναι πάρα πολύ καλές έχω ενθουσιαστεί και όχι μόνο …
Το μόνο μελανό σημείο που έχω εντοπίσει είναι τα πίσω αμορτισέρ.
Από αυτά που διαβάζω λόγω χαμηλής απόστασης από το έδαφος (13,5 εκατοστά) τα έχουν κάνει επίτηδες σκληρά για να μη τερματίζει η ανάρτηση και να μην βρίσκει η μηχανή στις διάφορες ανωμαλίες και σαμαράκια ..
Τα πίσω αμορτισέρ έχουν διαδρομή 101 χιλιοστών με ρύθμιση προφόρτισης μόνο, μπροστά έχει ένα ανάποδο big piston πιρούνι 43 χιλιοστών απο την Showa με διαδρομή 120 χιλιοστών χωρίς καμία ρύθμιση και συμπεριφέρεται υποδειγματικά.
Άλλο σημείο που θέλει συνήθεια είναι τα μαρσπιέ που είναι τοποθετημένα μπροστά αλλά όχι πολύ, με ύψος 1.80 η γωνία στα γόνατα είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από 90 μοίρες …
Λόγω της θέσης τους δεν μπορείς να στηριχτείς στα πόδια σου και να ανασηκωθείς είτε γιατί θες να αλλάξεις θέση στο κάθισμα σου στην σέλα είτε για να περάσεις κάποιες ανωμαλίες …
Ο μόνος τρόπος είναι να τραβηχτείς από το τιμόνι αλλά αυτό μπορεί να αποσταθερωποιήσει την μηχανή αν τα χιλιόμετρα είναι αρκετά (δεν μιλάμε για υψηλά τριψήφια αλλά εκεί γύρω στα 100) !!!
Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα που λύνεται εύκολα και γρήγορα με μόλις 24.99 λίρες Αγγλίας !!!
Ο Tec bike parts από την Αγγλία έρχεται να μας σώσει με αναδιπλούμενα ποδοστήρια τα οποία βιδώνουν σε ηδη υπάρχουσα υποδοχή στην κατάληλη θέση !!!
Ένα ντουζάκι να φύγουν τα αλάτια της θάλασσας και βρίσκομαι πάλι πάνω της για να πάω για καφεδάκι με ένα φίλο όχι πολύ μακριά αλλά ψάχνω σπασμένους δρόμους για να επιβεβαιώσω κατά πόσο η απόδοση της πίσω ανάρτησης θα είναι κάτι που θα μπορούσε να με αποτρέψει από την αγορά της ή αν θα είναι η πρώτη μετατροπή που θα κάνω αν την πάρω …
Σε σύγκριση με το Benelli Imperiale που είχα πριν λίγο καιρό που η αλλαγή των πίσω αμορτισέρ έγινε σχεδόν με το καλημέρα σε αυτη δεν δείχνει να το χρειάζεται άμεσα …
Πίνουμε το καφεδάκι μας μιλώντας για διάφορα θέματα της επικαιρότητας και όχι μόνο …
Επιστροφή στο σπίτι παίρνω τα σακίδιο με τα αδιάβροχα και ξεκινάω ο προορισμός είναι το Κορώπι στον στάβλο του Homo Ratus που έχει διοργανώσει ένα υπέροχο πάρτυ με ωραία μουσική, κόσμο, μηχανές και αυτοκίνητα …
Στάση για ανεφοδιασμό για να μετρήσουμε την κατανάλωση και με την ευκαιρία να δοκιμάσουμε και το Tripper navigation, το οποίο είναι η δέυτερη μικρή κυκλική οθόνη η οποία μας δείχνει με βέλη την κατευθυνση που πρέπει να πάρουμε.
Χρησιμοποιώντας μια εφαρμογή της Royal Enfield βρίσκουμε που θέλουμε να πάμε (χρησιμοποιεί τα Google maps) και μέσω αυτής της εφαρμογής συνδέουμε το κινητό με την οθονίτσα και απλά ακολουθούμε τις οδηγίες που μας εμφανίζει …
Περισσότερες πληροφορίες μπορούμε να δούμε παρακάτω
Η χρήση του απαιτεί κάποια εξοικειώση αλλά την άκρη την βρίσκεις …
Ποτάμι, Αττική οδός, ταχύτητες μέσα στα όρια…
Φτάσαμε στο στάβλο αφού κλασικά χαθήκαμε και κάναμε κάποιους κύκλους …
Πολύς κόσμος, ωραίες μουσικές, muscle cars, μηχανες κάθε είδους …
Συνάντηση με φίλους, κουβεντούλα κλπ …
Αλλά η ώρα είχε περάσει και είχα και την επιστροφή οπότε ξανακαβαλώ τον μετεωρίτη (άλλο που δεν ήθελα) και πριν το καταλάβω είχα φτάσει σπίτι …
Την σβήνω και κάθομαι και ακούω τα τσικ τσικ που ακούγονται καθώς κρυώνουν τα μέταλλα !!!
Μελωδία από τις λίγες …
Ξημερώνει Κυριακή, ψηφοφορία, επίσκεψη στην μητέρα για φαγητό και το απογευματάκι καβαλώ πάλι τον μετεωρίτη με συνοδεία από το Himalayan και βγαίνουμε για βόλτα …
Πρίν ξεκινήσουμε ρυθμίζω την προφόρτιση κατα 2 κλικ στα πίσω αμορτισέρ και αυτό αλλάζει προς το καλύτερο την συμπεριφορά τους …
Στάση να την ξεπλύνω λίγο γιατί το βράδυ έριξε λίγο λασποβροχή και την είχε κάνει χάλια …
Συνεχίζουμε με κατεύθυνση το Τατόι και από εκεί στα βασιλικά και συνεχίζουμε …
Η καταστροφή που έχει γίνει εκεί θα πάρει παρά πολλά χρόνια ακόμα μέχρι να επουλωθεί, αν αφήσουμε την φύση να κάνει την δουλειά της !!!
Φτάνουμε στην λίμνη Μπελέτσι και από εκεί πάμε Μαλακάσα να πούμε τα χρόνια πολλά σε ένα ξάδερφο, δυστυχώς έλειπε, τα είπαμε τηλεφωνικά τελικά και επιστρέφουμε πίσω κάνοντας την διαδρομή αντίστροφα …
Το κέντρο βάρους της μοτοσυκλέτας είναι ένα με τον δρόμο από ότι φαίνεται και αυτό την κάνει ιδιαίτερα ευκολοδήγητη, ακόμα και στις κλειστές φουρκέτες δεν προβληματίζει …
Πρίν το καταλάβουμε έχουμε φτάσει πίσω και εγώ τρώγομαι να κάνω και άλλη βόλτα …
Δεν μπορώ να την χορτάσω λέμε, ελάχιστες μηχανές μου έχουν δημιουργήσει τόσο έντονη επιθυμία να βολτάρω συνέχεια μαζί τους …
Περνούν κάποιες σκέψεις να πεταχτώ μέχρι την Θήβα από τον παλιό αλλά λόγω των εκλογών τελικά αποφασίζω να κάτσω στα αυγά μου …
Ξημερώνει Δευτέρα και θα πρέπει να την επιστρέψω δυστυχώς …
Παίρνω πάλι τα αδιάβροχα μου και ξεκινάω να πάω στην Κερατέα, αλλά βρίσκομαι να κατευθύνομαι αντίθετα …
Φτάνω Μάνδρα με συνοπτικές διαδικασίες και πιάνω την παλιά εθνική για Θήβα …
Πόσο μου αρέσει το στήσιμο σε αυτό το μηχανάκι …
Φτάνω λίγο πριν τον πύργο στην Οινόη και στρίβω δεξιά σε ένα δρομάκι που σε βγάζει από ένα σπασμένο φιδίσιο δρόμο στα Δερβενοχώρια και συγκεκριμένα στην Πύλη και από εκεί στην Στεφάνη και κατέβασμα στην Μάνδρα, όπου σταματώ για ανεφοδιασμό …
Είχαμε κάνει 270 χιλιόμετρα με αυτό το γέμισμα και ρούφηξε 11.5 λίτρα που μας κάνει 4,25 και δεν το πήγαινα ιδιαίτερα οικονομικά …
Αυτό σημαίνει ότι είχαμε άλλα 4 λίτρα στο ρεζερβουάρ, δεν έχει και άσχημη αυτονομία
Η ώρα είχε περάσει οπότε έπιασα Αττική οδό για να δώ και συμπεριφορά σε “υψηλές” ταχύτητες …
Κινούμασταν μαζί με τα άλλα οχήματα 10-20 χλμ πάνω από τα όρια, η μηχανή ήταν σταθερότατη σε αυτές τις ταχύτητες.
Είναι γυμνό οπότε τρως όλο τον αέρα αλλά είναι “καθαρός” χωρίς στροβιλισμούς και μέχρι κάποια ταχύτητα είναι ανεκτά τα πράγματα από εκεί και πάνω κουράζει όπως σε όλα τα γυμνά αυτού του είδους …
Φτάνω Κερατέα σταματάω και φουλάρω ξανά, είχαμε κάνει 58 χλμ από την Μάνδρα και έκαψε 2,8 λίτρα αυτό μας κάνει 4,8 λίτρα περίπου ανά 100 χιλιόμετρα, καθόλου άσχημα θα έλεγα …
Παραδίδω την κούκλα και κάνω μια σύντομη συζήτηση με τον αντιπρόσωπο σχετικά με τα επόμενα βήματα …
Στο σύνολο κάναμε μαζί σχεδόν 500 χιλιόμετρα …
Καβαλάω την Βέρα και πάω να φύγω …
Ψάχνω να βρω τα μαρσπιέ …
Μηχανικά τα πόδια τα ψάχνουν πιο μπροστά …
Η πρώτη αίσθηση είναι ότι η Βέρα είναι πολύ πιο δυνατή με καλύτερες αναρτήσεις και με περισσότερους αεροδυναμικούς θορύβους να φτάνουν στον αναβάτη σε όλες τις ταχύτητες …
Για την ζέστη που βγάζει δεν το συζητώ καν η μέρα με την νύχτα …
Καθόλη την διάρκεια της επιστροφής η σκέψη μου ήταν στον Μετεωρίτη που ήρθε ξαφνικά στην ζωή μου και την ανακάτεψε, το οποίο συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες …
Η Royal Enfield παραδίδει μαθήματα που ίσως θα έπρεπε να τα παρακολουθήσουν και άλλοι κατασκευαστές !!!
Αυτό η μηχανή ήταν μια αποκάλυψη για εμένα και ίσως και για άλλους που τους αρέσουν οι μηχανές με κλασικές γραμμές και γκρεμίζει πολλά στερεότυπα …
Κούμπωσα πάνω της όπως σε κανένα άλλο μηχανάκι που έχω οδηγήσει μέχρι τώρα και με φαντάζομαι πάνω της να τριγυρνάω τον κόσμο σε ρυθμούς ράθυμους και να γίνομαι ένα με το τοπίο που ταξιδεύω …
Μια κολλημένη δαγκάνα πίσω φρένου στο Royal Enfield Himalayan στάθηκε αφορμή να βρεθώ πάλι στην Κερατέα στα κεντρικά της αντιπροσωπείας (Royal Enfield, CFmoto και πολλές άλλες μάρκες) και να δοκιμάσω ένα διαβολάκι ….
Αφού άφησα το Himalayan η αντιπροσωπεία μου έδωσε το CFmoto CLX700 Adventure σαν μηχανή αντικατάστασης …
Ήταν ένα από τα πολλά που είχε πάρει το περιοδικό Μοτο για την δοκιμή και την παρουσίαση στην Κωνσταντινούπολη.
Βάζω μπρος με το ρελαντί να κάθεται ψηλά στις 2.000 στροφές περίπου και μετά από λίγο να πέφτει, το κιβώτιο μου είναι γνώριμο από το CFmoto 650MT, θορυβώδες μεν και με σχετικά μεγάλη διαδρομή αλλά λειτουργεί σωστά και με αίσθηση.
Δεν χρειάζεται γκάζι για να ξεκινήσει, το μοτέρακι του δείχνει να έχει αρκετή ροπή χαμηλά και είναι και πάρα πολύ ελαστικό, η πρώτη αίσθηση είναι ότι δείχνει αρκετά πιο δυνατό από το 650 …
Ο ψεκασμός του λειτουργεί άψογα δεν είχε μικροδισταγμούς, κομπιάσματα, κενά κτλ
Ο ήχος απο την εξάτμιση κάνει αισθητή την παρουσία του συνεχώς και σε μεγάλα ανοίγματα του γκαζιού είναι σαν να απελευθερώνεται το θηρίο που κρύβει μέσα του …
Εθιστικός θα έλεγα, σου βγάζει τον κάγκουρα που κρύβεις μέσα σου (ακόμα και αν δεν ήσουν ποτέ …)
Η θέση οδήγησης επιθετική, το τιμόνι του αρκετά φαρδύ για να δίνει καλό μοχλό και σε καλή θέση, τα πόδια κάθονται στα μαρσπιέ σχετικά ψηλά και πίσω, αλλά δεν με ενόχλησε η γωνία ούτε με κούρασε, δεν δοκίμασα όμως να σηκωθώ όρθιος, οι αναρτήσεις είναι σχετικά σκληρές (δεν έπαιξα τις ρυθμίσεις τους) αλλά δεν ενοχλούν …
Έχω αφήσει πίσω μου την Λαυρίου και έχω πιάσει την Αττική οδό, ευκαιρία μετά τα διόδια να το ανοίξω λίγο …
Το μηχανάκι υπακούει και ανεβάζει στροφές και χιλιόμετρα σαν δαιμονισμένο …
Το μασκάκι αν και μικρό κάνει καλή δουλειά και δεν δημιουργεί στροβιλισμούς στην ροή του αέρα, έχεις μεν αεροδυναμικούς θορύβους αλλά δεν σου κουνάει το κράνος και παράλληλα διώχνει τον αέρα από τον κορμό του αναβάτη.
Βγαίνουμε στο ποτάμι και στην διήθηση ανάμεσα στα αυτοκίνητα και αισθάνομαι σαν να το είχα χρόνια …
Μπορείς να το οδηγάς με 2 ταχύτητες πάνω και δεν διαμαρτύρεται, μπορεί να μην επιταχύνει γρήγορα αλλά δεν διαμαρτύρεται …
Κατεβάζεις 2 κάτω, ανοίγεις το γκάζι και εκτοξεύεται δημιουργώντας παράλληλα μια ευχάριστη μελωδία στα αυτιά του αναβάτη, δεν είμαι τόσο σίγουρος όμως για τους γύρω του …
Φτάνω σπίτι, η σέλα του αν και σκληρή δεν με κούρασε και φαίνεται να έχουν κάνει καλύτερη δουλειά με την ψύξη του μοτέρ και την διαχείριση του αέρα από τα βεντιλατέρ γιατί δεν με ενόχλησε …
Σε σύντομο διάστημα δέχομαι τηλεφώνημα ότι το Himalayan είναι έτοιμο και μπορώ να περάσω να το πάρω …
Οκ λέω, αυτή την φορά θα πάω από την παραλιακή …
Έχει και τα καλά του να είναι η αντιπροσωπεία μακριά, αρκεί να έχεις χρόνο !!!
Καβάλα πάλι στο CLX700 και με βρίσκει να το οδηγώ στο ποτάμι και πάλι με ελαφρώς αυξημένη κίνηση και να βγαίνω παραλιακή, το μηχανάκι δεν δυσανασχετεί πουθενά, έχει αρκετό γκάζι και ικανοποιητικά φρένα.
Το μηχανάκι μαζεύει χιλιόμετρα γρήγορα και θέλει όπως όλα προσοχή μέσα στην πόλη …
Εκεί που βλέπεις άδειο δρόμο μπροστά σου και το ανοίγεις, μπορεί ξαφνικά μια κυρία με ένα σκούτερ να αποφασίσει να διασχίσει κάθετα την παραλιακή στο ύψος του παλιού αεροδρομίου τι και αν το δικό της φανάρι μπορεί να είναι κόκκινο …
Αυτό ακριβώς μου συνέβη …
Περνάει μπροστά από ένα λεωφορείο και την βλέπω τελευταία στιγμή …
Πλακώνομαι στα φρένα με το ABS να δουλεύει υπερωρίες και το μοτέρ να χτυπάει κόφτες μιας και δεν πρόλαβα ούτε να κλείσω το γκάζι …
Όλο αυτό δεν πρέπει να διήρκησε παραπάνω από ένα άντε δύο δευτερόλεπτα (το αισθάνθηκα ακόμα πιο σύντομο) !!!
Είναι απίστευτο πως παγώνει ο χρόνος μερικές φορές …
Τα χιλιόμετρα που είχα δεν ήταν πολλά (ευτυχώς) σίγουρα παραπάνω από το όριο αλλά όχι πολύ …
Έκοψα όσο χρειάζονταν για να μην πέσω πάνω της και την έβλεπα να με κοιτάει με απορία!!!
Σε κάποιους συνάνθρωπους μας δεν θα έπρεπε να τους δίνουν δίπλωμα (και όχι μόνο), μιας και δεν έχουν αίσθηση το τι κάνουν …
Αυτή ήταν και η μοναδική φορά σε όλη την δοκιμή που τα φρένα του μου φάνηκαν λίγα …
Είναι αρκετά δυνατά και έχεις αίσθηση κατά το φρενάρισμα, αλλα …
Πιθανών το αδερφάκι του με την διπλή Brembo stylema να ήταν ότι χρειαζόμουν στην συγκεκριμένη περίπτωση …
Πάντως το ABS λειτούργησε υποδειγματικά και χάρην σε αυτό αυτή η εμπειρία έληξε αναίμακτα.
Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που με κάνουν να μη θέλω να οδηγώ μηχανές χωρίς ABS!!!
Συνεχίζω την διαδρομή μου με την καρδιά μου να προσπαθεί να επανέλθει στην θέση της, είχε προλάβει και είχε κρυφτεί στην κωλότσεπη …
Ευτυχώς δεν είχαμε άλλο απρόοπτο …
Πριν καλά καλά το καταλάβω είχαμε αφήσει την πολύβουη πόλη και την κίνηση πίσω μας …
Τώρα ήμασταν τα δυό μας και ο δρόμος …
Το μηχανάκι είναι υπάκουο και ακούει τις προσταγές του αναβάτη του, και ενώ σε ανοιχτούς δρόμους δείχνει νευρικό όσο η διαδρομή γίνεται πιο σφιχτή τόσο ξεδιπλώνει τα χαρίσματα του και σίγουρα μπορεί να προσφέρει αστείρευτη ευχαρίστηση σε έναν αναβάτη που του αρέσει να εξασκεί τέχνη του να στρίβεις ….
Ο δρόμος γνωστός, το μηχανάκι άγνωστο παρόλα αυτά κινούμε αρκετά γρήγορα (για τα δικά μου δεδομένα) και το διασκεδάζω …
Το βλέμμα σκανάριζε το τοπίο για να βρω ένα ενδιαφέρων μέρος να το φωτογραφίσω κάνα δυό σημεία που μου άρεσαν τα πέρασα γρήγορα και δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσω πίσω …
Τελικά βρήκα, και προσπαθώντας να πλησιάσω στην θάλασσα άρχισε να βουλιάζει στην άμμο …
Αλλαγή σχεδίου μην θαφτούμε κιόλας αλλά με την ευκαιρία να δούμε αν το adventure στο όνομα του σημαίνει κάτι …
Το μηχανάκι φοράει χαμηλές γόβες και όχι γόβες στιλέτο ….
Αλλά και αυτό το μικρό τακουνάκι σε συνδυασμό με την αρκετή ροπή χαμηλά ήταν αρκετά για να μην κολλήσει …
Δύσκολη η φωτογράφηση για δύο λόγους πρώτον από την αντανάκλαση και δεύτερον και σημαντικότερο ότι είχα ξεχάσει τα γυαλιά ….
Τυφλό σύστημα σχεδόν …
Αυτή η άτιμη η πρεσβυωπία έχει κάνει την εμφάνιση της δυνατά και δεν μπορείς να κρύψεις και την ηλικία πλέον….
To Himalayan μου με περίμενε με ένα στοικό βλέμα, σαν να μου έλεγε έλα έπαιξες, διασκέδασες πάμε πάλι πίσω μαζί σε ρυθμούς πιο ράθυμους …
Ένα φιλικό χτύπημα στην σέλα και ένα χάιδεμα στο τεπόζιτο ήταν αρκετά για να το καθυσηχάσω …
Το CLX700 είναι πολύ μηχανάκι για τα λεφτά που κοστίζει, είναι καλοφτιαγμένο, δεν βρίσκεις ατέλειες πάνω του, τουλάχιστον όχι εμφανείς ή όχι κάτι που μπορείς να δεις στο μικρό χρονικό διάστημα που το είχα μαζί μου…
Είναι νευρικό, και κουνάει την ουρά του όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν και δείχνει με τον τρόπο του ότι δεν του αρέσουν οι υψηλές ταχύτητες σε αυτοκινητόδρομους (εκτός και αν αυτό ήταν θέμα ρυθμίσεων και πιέσεων)…
Είναι φτιαγμένο για αστική και περιαστική μετακίνηση κατά την γνώμη μου, όχι ότι δεν μπορείς να πας και πιο μακρυά (εδώ τα πήγαν Κωνσταντινούπολη) αλλά το σχετικά μικρό ρεζερβουάρ βάζει τα όρια συνήθως …
Αλλά αν του δώσεις δρόμο σφιχτό, στριφτερό τότε δείχνει από τι και γιατί είναι φτιαγμένο …
Είναι ένα μηχανάκι διασκέδασης και σου την προσφέρει απλόχερα με χαμηλό κόστος.
Κάνει την μετακίνηση από και προς την δουλειά για παράδειγμα ευχαρίστηση και θα περιμένεις πώς και πώς για να πάς στην δουλειά και μόλις φτάσεις για το πότε θα φύγεις …
Αν υπάρχει κάτι που με χάλασε ήταν το κοντέρ του, το ηλεκτρονικό ταχύμετρο άλλαζε πολύ γρήγορα τα χλμ με αποτέλεσμα να είναι κουραστικό στο βλέμμα…
Θα πρέπει μάλλον να αλλάξουν τον αλγόριθμο και να έχει μια μικρή χρονοκαθυστέρηση στην αλλαγή της ταχύτητας …
Μετά από λίγο όμως το αγνοείς και δεν το κοιτάς καθόλου …
Η σύντομη αυτή συνεύρεση με αυτή την κούκλα μου άφησε ευχάριστες αναμνήσεις και σίγουρα με διασκέδασε !!!
Σε τιμή πολύ κοντά με διάφορα σκούτερ, είναι μια καλή εναλλακτική για αστική μετακίνηση και όχι μόνο, επίσης είναι και ένα ελιξίριο νεότητας για τους πιο ώριμους…