Υπάρχουν ταξίδια που τα σχεδιάζεις για μήνες.
Χάρτες, διαδρομές, στάσεις, ξενοδοχεία, χιλιόμετρα, καύσιμα. Ξέρεις σχεδόν πού θα βρίσκεσαι κάθε ώρα της ημέρας.
Και υπάρχουν κι εκείνα που ξεκινούν κάπως πρόχειρα, αλλάζουν στην πορεία, παίρνουν άλλον δρόμο από αυτόν που είχες σχεδιάσει και τελικά σε πηγαίνουν πολύ πιο μακριά από εκεί που περίμενες.
Αυτό ήταν ένα από αυτά.
Και ίσως, τελικά, ο πραγματικός προορισμός να μην ήταν ούτε το Μουζάκι, ούτε η Αργιθέα, ούτε τα Γρεβενά.
Ίσως να ήταν κάτι που είχα χάσει κάπου στην πορεία το τελευταίο διάστημα.
Το mojo μου.
Κάπου το είχα χάσει
Είχα πολύ καιρό να κάνω μια πραγματική βόλτα με τη μοτοσυκλέτα.
Όχι επειδή σταμάτησαν να μου αρέσουν οι μοτοσυκλέτες. Ούτε επειδή αποφάσισα ότι δεν θέλω πλέον να ταξιδεύω.
Απλώς η ζωή αλλάζει.
Οι παρέες αλλάζουν. Οι άνθρωποι απομακρύνονται. Οι υποχρεώσεις μεγαλώνουν. Η οικογένεια έχει τις ανάγκες της, η καθημερινότητα τις απαιτήσεις της και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά αρχίζεις να αφήνεις κάποια πράγματα για «κάποια άλλη στιγμή».
Και το ταξίδι με τη μοτοσυκλέτα έμενε συνεχώς για αργότερα.
Μόνο που κάποια στιγμή άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήταν πραγματικά θέμα χρόνου.
Γιατί μαζί με τον χρόνο έμοιαζε να έχει χαθεί και η διάθεση.
Εκείνο το συναίσθημα που κάποτε με έκανε να κοιτάζω έναν δρόμο στον χάρτη και να θέλω απλώς να δω πού βγάζει.
Κάπου το είχα χάσει.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Μέχρι που ο μεγάλος μου γιος γύρισε με άδεια από τον στρατό για λίγες ημέρες και ξαφνικά δημιουργήθηκε ένα μικρό παράθυρο ελευθερίας.
Δύο ημέρες.
Αρκετές.
«Μέσα. Πάμε και βλέπουμε.»
Το αρχικό σχέδιο ήταν απλό.
Θα έφευγα με το Bullet για ένα διήμερο. Το ανακοίνωσα στον φίλο μου τον Θανάση και μία ημέρα πριν την αναχώρηση ήρθε η απάντηση:
«ΟΚ. Μέσα. Πάμε και βλέπουμε.»
Κάπως έτσι απέκτησα συνταξιδευτή.
Ο Θανάσης με μια Vespa, εγώ με το Royal Enfield Bullet 350.
Θα μπορούσα να πάρω το BMW GS.
Δεν το έκανα.
Ήθελα να μπορούμε να συνταξιδεύουμε και όχι ο ένας να περιμένει συνεχώς τον άλλον.
Βέβαια, εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι μάλλον εγώ θα ήμουν αυτός που θα προσπαθούσε να ακολουθήσει τη Vespa.
Την ιστορία που ακολουθεί δεν την ήξερα όταν έφευγα. Μου την είπε η γυναίκα μου όταν γύρισα.
Λίγο μετά την αναχώρησή μου, ο μεγάλος μου γιος τη ρώτησε:
– Ο μπαμπάς μόνος του πήγε;
– Όχι, με τον φίλο του τον Θανάση.
– Πήρε μηχανή ο Θανάσης;
– Έχει πάρει μια Vespa.
Μικρή παύση.
– Α, γι’ αυτό έφυγε ο μπαμπάς με το ποδήλατο…
Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο σύντομη περιγραφή του Bullet 350.
Και το χειρότερο είναι ότι λίγες ώρες αργότερα, όταν θα έβλεπα τα 110 να γίνονται 100, μετά 90 και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη λιγότερα, θα άρχιζα να σκέφτομαι κάτι αντίστοιχο χωρίς να ξέρω την παραπάνω στιχομυθία .
Το πρωινό της αναχώρησης ξεκίνησε όπως ξεκινούν συνήθως οι μεγάλες περιπέτειες ενός οικογενειάρχη: ξύπνημα νωρίς, πρωινό, βόλτα τον σκύλο και μετά επιτέλους κράνος, μπουφάν και μηχανή.
Συνάντηση έξω από το σπίτι του Θανάση, πρώτη στάση για να γεμίσω το Bullet και φύγαμε.
Μήπως τελικά δεν θέλω να είμαι εδώ;
Στην Εθνική, όμως, κάτι δεν μου άρεσε.
Το Bullet μού φαινόταν νωθρό. Δεν τραβούσε όπως περίμενα. Δεν είχε τη ζωντάνια που νόμιζα ότι έπρεπε να έχει.
Δεν είχα υπολογίσει ιδιαίτερα τον δυνατό κόντρα αέρα εκείνης της ημέρας.
Φυσικά, όταν κάτι δεν μας κάθεται καλά, πρώτα φταίει η μηχανή.
Σε μία από τις πρώτες στάσεις αποφάσισα ότι κάτι πρέπει να συμβαίνει με τη βενζίνη. Αγόρασα ένα πρόσθετο Red Line και έριξα περίπου το μισό σε ένα γεμάτο ρεζερβουάρ.
Ο Θανάσης έκανε το τσιγάρο του, με κοίταξε και μου έδωσε ίσως την καλύτερη συμβουλή ολόκληρου του ταξιδιού:
«Σταμάτα να οδηγείς το Bullet σαν να οδηγείς το BMW. Οδήγησέ το σαν Bullet.»
Και είχε δίκιο.
Μάλλον περίμενα από το μικρό μονοκύλινδρο περισσότερα απ’ όσα είχε υποσχεθεί ποτέ ότι μπορεί να δώσει.
Και δεν ήταν μόνο αυτό.
Μέχρι περίπου τη Θήβα, αν πρέπει να είμαι ειλικρινής, είχα ξενερώσει τελείως.
Ζεσταινόμουν.
Το μπουφάν μού φαινόταν άβολο.
Ο αέρας με χτυπούσε.
Το κράνος είχε θόρυβο.
Το μηχανάκι δεν πήγαινε όσο γρήγορα ήθελα.
Κάθε ανηφόρα μού θύμιζε ότι έχω 350 κυβικά και 20 άλογα.
Όλα μου έφταιγαν.
Και κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου ακόμη και το:
«Τι κάνω εδώ; Μήπως να γυρίσω σπίτι;»
Ίσως αυτό να ήταν τελικά το σημαντικότερο σημείο ολόκληρου του ταξιδιού.
Γιατί αυτό που κάποτε με γέμιζε, τώρα φαινόταν να μη μου προσφέρει τίποτα.
Και αναρωτήθηκα σοβαρά αν το είχα χάσει.
Να μάθεις να οδηγείς αυτό που έχεις
Στον καινούργιο δρόμο προς τα βόρεια οι μεγάλες, παρατεταμένες ανηφόρες άρχισαν να ξεκαθαρίζουν γρήγορα τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το Bullet.
Στα 100 km/h ταξιδεύει όμορφα.
Στα 110 αρχίζεις να του ζητάς αρκετά.
Και όταν εμφανιστεί μια μεγάλη ανηφόρα, τα 110 γίνονται 100. Μετά 90. Κατεβάζεις τετάρτη.
Και αν χρειαστεί, τρίτη.
Σε μία μεγάλη ανηφόρα βρέθηκα με τρίτη περίπου στις 5.500 στροφές, προσπαθώντας να κρατήσω έναν αξιοπρεπή ρυθμό, με φορτηγά μπροστά και πίσω.
Εκεί η έλλειψη δύναμης δεν ήταν θεωρητική.
Ήταν μπροστά μου.
Από την άλλη όμως συνέβαινε κάτι περίεργο.
Δεν είχε κραδασμούς που να με ενοχλούν. Δεν μουδιάζανε χέρια και πόδια. Δεν κουνιόταν από τον αέρα. Ήταν απόλυτα σταθερό.
Σαν να μου έλεγε:
«Δεν θα πάω όσο γρήγορα θέλεις. Αλλά όσο πάω, θα πάω μια χαρά.»
Και κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω κάτι.
Δεν έπρεπε να αλλάξει το Bullet.
Έπρεπε να αλλάξω εγώ.
Να αποδεχτώ τους περιορισμούς του, να τους κάνω μέρος της διαδρομής και να βρω τον ρυθμό που του ταιριάζει.
Ο δρόμος αρχίζει να δουλεύει
Μετά από λίγες στάσεις και λίγο κουβεντολόι άρχισε σιγά σιγά να συμβαίνει αυτό που ήλπιζα.
Ο δρόμος, το Bullet, η Vespa, ο Θανάσης.
Άρχισαν να με βάζουν ξανά στο mood.
Οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να αραιώνουν.
Κάπου κοντά στο Μαρτίνο σταματήσαμε σε ένα πάρκινγκ.
Ο Θανάσης είχε μαζί του βραστά αυγά και φρυγανιές, οπότε καθίσαμε και κολατσίσαμε.
Και με την ευκαιρία λάδωσα και την αλυσίδα.







Επόμενη στάση στον σταθμό ανεφοδιασμού στην Αταλάντη, όπου ελέγξαμε το πίσω λάστιχο της Vespa και ανεφοδιάσαμε τις μοτοσυκλέτες μας.



Ο Θανάσης είχε πατήσει ένα καρφί λίγες ημέρες πριν και η πρόχειρη επισκευή που είχε γίνει μάλλον δεν είχε σφραγίσει απόλυτα, οπότε το λάστιχο έχανε λίγο αέρα.
Βάλαμε αέρα, γεμίσαμε καύσιμα και συνεχίσαμε.
Το αρχικό πλάνο ήταν κάπου Μουζάκι, Αργιθέα, Άρτα και κάπου εκεί γύρω για βράδυ.
Στη συνέχεια Καρπενήσι.
Στην πράξη όμως το πρόγραμμα θα άλλαζε εντελώς.
Και ευτυχώς.
Γιατί τα καλύτερα ταξίδια μερικές φορές ξεκινούν ακριβώς τη στιγμή που σταματάς να ακολουθείς το πρόγραμμα.
Τελευταία στάση πριν αφήσουμε πίσω μας την εθνική οδό έγινε στους Σοφάδες όπου κάτσαμε και λίγο να ξεκουραστούμε και να δροσιστούμε
Πήρα κάποια τηλέφωνα.
Ο Γιώργος ήταν στο χωριό του, στο Πανόραμα Γρεβενών.
Ξαφνικά το «πού θα πάμε;» απέκτησε μια πολύ πιο απλή απάντηση.
Θα πάμε να δούμε φίλους.




Ροποτό, Ελάτη και άνθρωποι
Στην Πύλη κάναμε στάση για καφέ και λίγη δροσιά.
Η ζέστη στο κομμάτι Λαμία–Καρδίτσα–Μουζάκι ήταν εξαντλητική και η υγρασία έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα.
Πήρα τηλέφωνο τον Θένο, έναν φίλο που μένει στην Ελάτη και ήθελα πολύ να τον δώ και κανονίσαμε να βρεθούμε





















Επόμενη στάση στο Ροποτό, αλλά μέχρι να φτάσουμε παίξαμε λίγο με ένα ρυάκι που μας καλούσε να το διασχίσουμε …


















Η γνωστή γερμένη εκκλησία είναι από εκείνα τα πράγματα που οι φωτογραφίες δεν μπορούν πραγματικά να σου εξηγήσουν.
Την βλέπεις και ο εγκέφαλος μπερδεύεται.
Τα μάτια σου λένε ένα πράγμα.
Ο λαβύρινθος του αυτιού σου άλλο.
Το αποτέλεσμα είναι μια περίεργη ζάλη, λες και για λίγα λεπτά κάποιος άλλαξε τους νόμους της φυσικής.
















Και κάπου εκεί άρχισα να θυμάμαι.
Αυτό ακριβώς μου είχε λείψει.
Όχι το να φτάσω κάπου.
Το να σταματήσω επειδή είδα κάτι όμορφο.
Στην Ελάτη συναντήσαμε τον δεύτερο Θανάση αυτού του ταξιδιού.
Όχι τον συνταξιδευτή μου με τη Vespa, αλλά έναν φίλο που μένει εκεί και με τον οποίο είχα κανονίσει να βρεθούμε όσο μας επέτρεπαν οι δικές του επαγγελματικές υποχρεώσεις και ο δικός μας δρόμος.
Συναντηθήκαμε στην «Φωλιά των Κυνηγών».
Φτάσαμε πρώτοι, καθίσαμε παραγγείλαμε και τον περιμέναμε.







Δεν είχαμε άπειρο χρόνο στη διάθεσή μας.
Αλλά τελικά δεν χρειάζονται πάντα πολλές ώρες.
Μερικές φορές λίγες κουβέντες με έναν άνθρωπο που έχεις καιρό να δεις είναι αρκετές. Και όταν πρόκειται και για καταπληκτική πάστα ανθρώπου, αυτές οι λίγες κουβέντες έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Πριν φύγουμε, μας πρότεινε να περάσουμε μέσω Χρυσομηλιάς για να βγούμε στον παλιό δρόμο Καλαμπάκας–Γρεβενών.
Και κάπως έτσι συνεχίσαμε.



















Τι σημαίνει καλός συνταξιδευτής
Κάπου πριν την Καλαμπάκα προέκυψε μια από εκείνες τις στιγμές που δείχνουν τι σημαίνει πραγματικά να ταξιδεύεις με κάποιον.
Ο Θανάσης είχε αρχίσει να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερα να μείνει κάπου μόνος του.
Να βρει ένα ξενοδοχείο, να κάνει το μπάνιο του, να χαλαρώσει, να έχει τον χώρο του.
Εγώ ήθελα να συνεχίσω για το Πανόραμα.
Οι φίλοι μου θα με φιλοξενούσαν, αλλά για τον Θανάση αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει το πρόγραμμα μιας οικογένειας που δεν γνώριζε.
Σταματήσαμε λίγο πριν την Καλαμπάκα και το συζητήσαμε.
Του είπα ότι τον καταλαβαίνω.
Και εκείνος κατάλαβε εμένα.
Χωρίσαμε.
Εκείνος για Τρίκαλα.
Εγώ για Γρεβενά.
Χωρίς παρεξήγηση.
Χωρίς δράμα.
Χωρίς την παράλογη ιδέα ότι επειδή ξεκινήσαμε μαζί πρέπει να κάνουμε κάθε χιλιόμετρο μαζί.
Για μένα αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά ενός καλού συνταξιδευτή.
Να καταλαβαίνει τις ανάγκες σου και να καταλαβαίνεις τις δικές του.
Να μπορείς να πεις «εγώ θέλω να πάω από εκεί» και ο άλλος να απαντήσει «κανένα πρόβλημα, τα λέμε αύριο».
Η φιλία δεν μετριέται στα χιλιόμετρα που κάνατε κολλημένοι ο ένας πίσω από τον άλλον.
Μερικές φορές αποδεικνύεται ακριβώς όταν οι δρόμοι σας χωρίζουν.







Μόνος με το Bullet
Και τότε συνέβη κάτι ακόμη.
Έφυγε η Vespa από μπροστά μου.
Και μαζί της εξαφανίστηκε μια πίεση που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κουβαλούσα.
Ο Θανάσης δεν μου την είχε δημιουργήσει.
Την είχα δημιουργήσει μόνος μου.
Ήθελα κάπως να αποδείξω ότι το Bullet μπορούσε να ακολουθήσει.
Ότι μπορούσε να ταξιδέψει μαζί με τη Vespa.
Ότι δεν ήταν «λίγο».
Μόλις έμεινα μόνος, σταμάτησα να προσπαθώ να αποδείξω οτιδήποτε.
Και τότε άρχισα πραγματικά να γνωρίζω τη μοτοσυκλέτα μου.
Να καταλαβαίνω πού πονάει.
Πού αισθάνεται άνετα.
Πότε θέλει τετάρτη.
Πότε δεν έχει νόημα να ανοίξεις άλλο το γκάζι.
Ποιος είναι ο δικός της ρυθμός.
Και κυρίως, ποιος είναι ο δικός μας ρυθμός.
Ο καινούργιος δρόμος προς Γρεβενά είχε κι αυτός αρκετές ανηφόρες. Μόνο που τώρα ήταν διαφορετικό.
Δεν υπήρχε πλέον η Vespa μπροστά μου.
Δεν υπήρχε κανένας λόγος να κυνηγήσω ρυθμό.
Και το Bullet άρχισε να μου δείχνει ποιο πραγματικά είναι.
Golden hour
Μετά την Εγνατία βγήκα προς Γρεβενά και Μαυραναίους.
Ορεινό επαρχιακό δίκτυο.
Πράσινο.
Στροφές.
Ο ήλιος χαμηλά.
Golden hour.
Και ξαφνικά το Bullet βρέθηκε εκεί που ανήκει.
Σε αυτούς τους δρόμους είναι υπέροχο.
Ναι, σε μια παρατεταμένη ανηφόρα θα αισθανθείς πάλι ότι λείπει δύναμη.
Αν θέλεις να κινηθείς σβέλτα, θα σου υπενθυμίσει πολύ γρήγορα ότι δεν έχει άλογα για τέτοιου είδους χρήση.
Αν όμως χαλαρώσεις…
Αν σταματήσεις να πολεμάς μαζί του…
Αν βρεις το groove του…
τότε αλλάζουν όλα.
Κρατάει υπέροχα. Είναι προβλέψιμο. Η γεωμετρία του σε γεμίζει εμπιστοσύνη.
Και κάπου εκεί, οδηγώντας μέσα στο πράσινο με το ηλιοβασίλεμα μπροστά, άρχισα επιτέλους να χαμογελάω μέσα στο κράνος.
Σταμάτησα για φωτογραφίες.
Κοίταξα το Bullet.
Black Gold.
Ολοκατάμαυρο, με εκείνες τις μικρές χρυσές πινελιές.
Κούκλα.
Ίσως να μην είναι η καλύτερη ταξιδιωτική μοτοσυκλέτα στον κόσμο.
Αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν ακριβώς η μοτοσυκλέτα που ήθελα να έχω μαζί μου.
Λίγο πριν το Πανόραμα υπήρχαν περίπου πέντε με έξι χιλιόμετρα στρωμένου χωματόδρομου λόγω έργων.
Κανένα πρόβλημα.
Το Bullet πέρασε απροβλημάτιστα.
Η όρθια οδήγηση θέλει δουλειά. Καλύτερα μαρσπιέ, ίσως λίγο ψηλότερο ή διαφορετικό τιμόνι. Τα υπάρχοντα μαρσπιέ δεν είναι φτιαγμένα για να στέκεσαι όρθιος για ώρα και τα πόδια γλιστρούν εύκολα.
Αλλά η μοτοσυκλέτα η ίδια δεν προβληματίστηκε.



















Πανόραμα
Μπαίνοντας στο χωριό, τρία παγκάκια με ηλικιωμένους ανθρώπους να κάθονται και να χαζεύουν τη θέα.
Και εκεί συνάντησα τον επόμενο άνθρωπο που θα έφερνε αυτό το ταξίδι ξανά μπροστά μου.
Τον Τάκη.
Η γνωριμία μας πηγαίνει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και στα χρόνια μου στην Αμερική.
Ήταν ξάδερφος του φίλου μου του Γιώργου και για ένα διάστημα ήταν και το αφεντικό μου, μιας και δούλευα στην πιτσαρία του.
Με τον Τάκη γνωριστήκαμε καλά τότε.
Δουλέψαμε μαζί, βγαίναμε, μιλούσαμε, περάσαμε όμορφες στιγμές σε μια εποχή της ζωής μου που σήμερα μοιάζει πολύ μακρινή και ταυτόχρονα παράξενα κοντινή.
Χαιρετισμός.
Αγκαλιά.
Και αμέσως τα πειράγματα.
«Πώς αντέχεις με κράνος, μπουφάν, παντελόνια και μπότες μέσα στο καλοκαίρι;»
Από εκεί συνέχισα για το σπίτι του Γιώργου.
Και εδώ τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά.
Γιατί ο Γιώργος δεν είναι απλώς ένας παλιός φίλος.
Γνωριστήκαμε στην Αμερική ως συμφοιτητές στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και από τότε η σχέση μας κατάφερε να επιβιώσει από αποστάσεις, χώρες, δουλειές, οικογένειες και όλες εκείνες τις αλλαγές που φέρνει η ζωή.
Περάσαμε πολλά μαζί.
Και κάπου στην πορεία η φιλία έπαψε να είναι απλώς φιλία και έγινε κάτι περισσότεροι, έγινε αδελφική.
Ίσως γι’ αυτό και το γεγονός ότι έχω βαφτίσει τον μικρό του γιο να μου φαίνεται σήμερα τόσο φυσικό.
Φτάνοντας λοιπόν στο σπίτι, δεν αισθάνθηκα σαν επισκέπτης.
Ο Γιώργος.
Το βαφτιστήρι μου.
Ο μεγάλος του γιος.
Η μητέρα του.
Ο πατέρας του.
Και η Αριστέα, η μικρότερη αδερφή του Γιώργου.
Με την Αριστέα επίσης έχουμε μοιραστεί πολλά όλα αυτά τα χρόνια και κάθε φορά που βρισκόμαστε η κουβέντα ξαναπιάνει σχεδόν από εκεί που είχε μείνει.
Άνθρωποι που μπορεί η απόσταση και η καθημερινότητα να μη σε αφήνουν να βλέπεις όσο συχνά θα ήθελες.
Αλλά άνθρωποι που, όταν τους ξανασυναντάς, δεν χρειάζεται να ξαναχτίσεις τίποτα.
Είναι ήδη εκεί.
Σαν να γύρισες σπίτι.
Κάποια στιγμή ήρθε ξανά και ο Τάκης στην παρέα για λίγο.
Και κάπως έτσι, με τον Γιώργο και την Αριστέα, φτάσαμε 3:30 το πρωί να λέμε ιστορίες, να θυμόμαστε καταστάσεις από δεκαετίες πριν, να γελάμε με πράγματα που ίσως μόνο εμείς μπορούσαμε πλέον να καταλάβουμε.
Και κάπου εκεί κατάλαβα ακόμη ένα πράγμα.
Το ταξίδι δεν είναι μόνο δρόμος.
Είναι και οι άνθρωποι στους οποίους σε πηγαίνει.
Και μερικές φορές λίγες ώρες με ανθρώπους που αποτελούν κομμάτι της ζωής σου μπορούν να σου επιστρέψουν κομμάτια του εαυτού σου που δεν είχες καταλάβει ότι σου έλειπαν.
Τρεις ώρες ύπνος και παγωμένο νερό
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7.
Ελάχιστος ύπνος.
Σηκώθηκα και αποφάσισα να κάνω μπάνιο με κρύο νερό, επειδή βαριόμουν να ανάψω θερμοσίφωνα.
Λάθος.
Στο Πανόραμα το «κρύο νερό» δεν είναι ακριβώς κρύο.
Είναι παγωμένο.
Ξυπνάς.
Ολόκληρος.
Και, για να γίνει το ξύπνημα ακόμη πιο αποτελεσματικό, ήρθε κι ένα γλίστρημα στην μπανιέρα.
Ευτυχώς αποδείχθηκε ανώδυνο, αν εξαιρέσεις τον πόνο στα πλευρά τη στιγμή της πτώσης.
Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί πολύ άσχημα όλο αυτό.
Το βράδυ, παρότι Αύγουστος, είχαμε κοιμηθεί με κουβέρτα. Αλλά στα 1100 μέτρα υψόμετρο η δροσιά στο χωριό ήταν σχεδόν απίστευτη σε σχέση με τη ζέστη που είχαμε φάει λίγες ώρες νωρίτερα.
Ξύπνησα και τον Γιώργο.
Καφές.
Μετά σηκώθηκε και η μητέρα του και έφτιαξε ένα καταπληκτικό πρωινό: αυγά, τοστ, κέικ, φρυγανιές και σπιτική μαρμελάδα.
Από εκείνα τα πρωινά που δεν θέλεις να τελειώσουν.
Με καλή παρέα και κουβέντα.
Αλλά η ώρα περνούσε.
Και ο Θανάσης με περίμενε.

Ξανά μαζί
Κατηφόρισα προς Τρίκαλα και τελικά συναντηθήκαμε στο Μουζάκι.
Τον πέτυχα σχεδόν κατευθείαν σε ένα καφέ.
Πάρκαρα, ήπια στα γρήγορα έναν μονό σκέτο espresso, όσο χρειαζόταν για να ανοίξει λίγο περισσότερο το μάτι, γεμίσαμε τις μηχανές και ξεκινήσαμε.



Ο επόμενος ανεφοδιασμός θα ήταν κοντά στην Άρτα.
Μπροστά μας ο Τύμπανος και η Αργιθέα.
Και τώρα πια το Bullet και εγώ μιλούσαμε την ίδια γλώσσα.
Ανεβαίναμε.
Και ανεβαίναμε.
Και ανεβαίναμε.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν με ενοχλούσε τίποτα.
Γιατί ο δρόμος δεν ζητούσε υψηλές ταχύτητες.
Ζητούσε ρυθμό.
Σε έναν στενό ορεινό δρόμο, με στροφές και συνεχείς αλλαγές υψομέτρου, η δύναμη του Bullet ήταν αρκετή.
Και περίσσευε.
Εκεί κατάλαβα ακριβώς πού βρίσκεται το πρόβλημα αυτής της μοτοσυκλέτας.
Δεν είναι οι ορεινοί δρόμοι.
Δεν είναι οι στροφές.
Δεν είναι οι κακοί επαρχιακοί δρόμοι.
Είναι οι δρόμοι που σου επιτρέπουν να πας πραγματικά γρήγορα.
Εκεί τα περίπου 20 άλογα φαίνονται λίγα.
Στην Αργιθέα όμως;
Εκεί ήταν σπίτι του.















































































Γέφυρα Πετρωτού, Γέφυρα Κοράκου και σκοτεινά τούνελ
Περάσαμε την παλιά μεταλλική γέφυρα στο Πετρωτό.
Την τελευταία φορά που είχα περάσει, τα ξύλινα δοκάρια ήταν αρκετά ταλαιπωρημένα. Τώρα έχουν τοποθετηθεί λαμαρίνες.
Σίγουρα πιο ασφαλές.
Ίσως λίγο λιγότερο γοητευτικό.
Δίπλα, το παλιό πέτρινο γεφύρι.
Μετά τα παλιά τούνελ της Αργιθέας.
Σκαμμένα μέσα στο βουνό, χωρίς φωτισμό, με νερά να στάζουν.
Σκοτεινά.
Υγρά.
Υπέροχα.
Από εκείνα τα σημεία που δεν χρειάζονται αξιοθέατο.
Ο ίδιος ο δρόμος είναι το αξιοθέατο.
Στη γέφυρα του Κοράκου σκέφτηκα να σταματήσουμε για φαγητό.
Ο Θανάσης είχε άλλη άποψη:
«Αν φάμε τώρα, δεν θα βγάλουμε τη διαδρομή.»
Είχε δίκιο.
Και συνεχίσαμε προς Άρτα.
Στον δρόμο, ακόμη και σε πιο γρήγορα κομμάτια, το Bullet δεν ένιωθε έξω από τα νερά του.
Μόνο όταν ο Θανάσης με τη Vespa άνοιγε περισσότερο ρυθμό φαινόταν καθαρά η διαφορά δύναμης.
Πολύ όμορφη διαδρομή και πρώτη φορά που την περνούσα μέρα.
Και πραγματικά την απόλαυσα.
Την προηγούμενη φορά την είχα περάσει νύχτα, χωρίς φεγγάρι, με το Royal Enfield Himalayan 410 που είχα τότε και με είχε δυσκολέψει απίστευτα.
Δεν έλεγε να τελειώσει.
Τώρα, αντιθέτως, παρακαλούσα να μην τελειώσει.
Ίδιος δρόμος.
Άλλη ώρα.
Άλλη μοτοσυκλέτα.
Ίσως κι άλλος άνθρωπος πάνω στη σέλα.


































Βροχή και ρυζόγαλο
Από την Άρτα μπήκαμε στην Ιόνια Οδό προς Αμφιλοχία.
Στην αρχή μερικές ψιχάλες.
Μετά περισσότερες.
Και όταν μπήκαμε στον σταθμό ανεφοδιασμού της Αμφιλοχίας, άνοιξαν οι ουρανοί.
Καταιγίδα.
Αέρας.
Βροχή που δεν έπεφτε πλέον από πάνω προς τα κάτω αλλά ερχόταν σχεδόν οριζόντια.
Δεν υπήρχε κανένας λόγος να το παίξουμε ήρωες.
Καφές.
Και για μένα ένα ρυζόγαλο.
Δεν είχαμε φάει τίποτα ουσιαστικό από το πρωί και κάπου έπρεπε να βρεθεί ενέργεια.
Καθίσαμε και περιμέναμε.
Όπως κάνεις σε ένα ταξίδι όταν αποδέχεσαι ότι μερικά πράγματα δεν τα ελέγχεις.
Όταν η βροχή κόπασε, ξαναφύγαμε.
Μετά τη βροχή ήρθε ίσως κάτι χειρότερο.
Η ζέστη του κάμπου μαζί με την υγρασία.
Αγρίνιο, Αιτωλικό, Μεσολόγγι.
Ένιωθες ότι δεν μπορούσες να αναπνεύσεις.
Στο Μεσολόγγι αφήσαμε την Εθνική και μπήκαμε στον παλιό δρόμο.



Το παγωμένο νερό στο Περιθώρι
Στο Περιθώρι σταματήσαμε στις παλιές βρύσες.
Κάποτε εκεί γινόταν χαμός.
Όταν αυτός ήταν ο κεντρικός δρόμος, υπήρχαν μαγαζιά, κόσμος, στάσεις, φαγητό, πανηγύρια, ζωή.
Σήμερα σχεδόν όλα είναι κλειστά.
Ο καινούργιος δρόμος πέρασε δίπλα και πήρε μαζί του τον κόσμο.
Γιατί όλοι θέλουμε να φτάσουμε πιο γρήγορα.
Και μερικές φορές, στην προσπάθεια να φτάσουμε, εγκαταλείπουμε όλα εκείνα τα μέρη που κάποτε αποτελούσαν μέρος του ταξιδιού.
Η βρύση όμως ήταν ακόμη εκεί.
Και έτρεχε παγωμένο νερό.
Βάλαμε τα κεφάλια από κάτω.
Δεν υπάρχει spa στον κόσμο που εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαμε συνέλθει.









Ένα «βρώμικο» στο Ρίο
Αντίρριο.
Γέφυρα.
Ρίο.
Στάση στον ανατολικό προβλήτα.
Καντίνα.
Ένα νόστιμο «βρώμικο» σάντουιτς και μια Coca-Cola.
Μετά από τόσες ώρες στον δρόμο ήταν γεύμα πέντε αστέρων.
Ανακτήσαμε δυνάμεις και ξανά στην Εθνική.
Ακράτα για ανεφοδιασμό και καφέ.
Μέχρι που έφτασε ένα τουριστικό πούλμαν, άδειασε έναν μικρό στρατό ανθρώπων μέσα στον σταθμό και η σχετική ησυχία εξαφανίστηκε μέσα σε δευτερόλεπτα.
Κοιταχτήκαμε.
Ώρα να φύγουμε.




100–110
Στα διόδια του Ισθμού άλλη μια στάση για το καθιερωμένο τσιγάρο του Θανάση.
Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά αισθανόμουν σε σχέση με το προηγούμενο πρωί.
Το Bullet ήταν ακριβώς το ίδιο.
Είχε ακριβώς την ίδια δύναμη.
Ακριβώς την ίδια τελική.
Ακριβώς τις ίδιες αδυναμίες.
Αλλά εγώ δεν είχα πλέον κανένα πρόβλημα μαζί του.
100–110 km/h.
Κάποιες φορές 120.
Τόσο.
Δεν χρειαζόταν να είναι κάτι άλλο.
Δεν αναρωτιόμουν πλέον γιατί δεν έχει περισσότερη δύναμη.
Δεν σκεφτόμουν αν θα με κουράσει.
Δεν προσπαθούσα να το συγκρίνω.
Απλώς ταξιδεύαμε.
Μια τελευταία στάση στα διόδια της Ελευσίνας.
Ένα τελευταίο τσιγάρο.
Και σπίτι.




1.100 χιλιόμετρα αργότερα
Όταν έφτασα σπίτι, έριξα μια τελευταία ματιά στο Bullet.
Σχεδόν 1.100 χιλιόμετρα μέσα σε δύο ημέρες.
Εθνική.
Βουνά.
Στροφές.
Ζέστη.
Βροχή.
Χωματόδρομος.
Ανηφόρες στις οποίες του ζήτησα πράγματα που ξεπερνούσαν λίγο τη φύση του.
Και δεν έκανε κιχ.
Η μεγαλύτερη κατανάλωση που μέτρησα, στην Εθνική με δυνατό κόντρα αέρα, ήταν περίπου 4,1 λίτρα/100 km.
Σε ένα άλλο κομμάτι, από Μουζάκι μέσω Τυμπάνου και Αργιθέας προς Άρτα και μετά μέχρι Αμφιλοχία, είδα ακόμη και το εξωπραγματικό 1,8.
Το ρεζερβουάρ των 13,5 λίτρων σήμαινε ότι ουσιαστικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με την αυτονομία του.
Οι στάσεις μας για καύσιμο γίνονταν περισσότερο με βάση τη Vespa.
Και μιας και μιλάμε για τη Vespa…
Τι να πω;
Με εξέπληξε.
Ο Θανάσης είδε μέχρι και 135 km/h. Επιταχύνει πολύ καλά, στρίβει καταπληκτικά, είναι άνετη και έχει σαφώς περισσότερη δύναμη από το Bullet.
Το μικρότερο ρεζερβουάρ περιορίζει λίγο την αυτονομία της, αν και η χαμηλή κατανάλωση το αντισταθμίζει αρκετά.
Σε πολλές περιπτώσεις οι καταναλώσεις των δύο ήταν εντυπωσιακά κοντά.
Δεν περίμενα να το πω, αλλά η Vespa αποδείχθηκε εξαιρετικό ταξιδιωτικό εργαλείο.
Αλλά η ιστορία αυτή, για μένα τουλάχιστον, δεν ήταν πραγματικά μια δοκιμή δύο μοτοσυκλετών.

Ποια είναι τελικά η κατάλληλη μοτοσυκλέτα;
Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ημερών πέρασε πολλές φορές από το μυαλό μου η ίδια σκέψη.
Μήπως χρειάζομαι άλλη μοτοσυκλέτα;
Κάτι δυνατότερο.
Κάτι που να ταξιδεύει στην Εθνική με 130–140 χωρίς να σκέφτεται την ανηφόρα.
Κάτι καλύτερο στο χώμα.
Κάτι πιο άνετο.
Πιο γρήγορο.
Πιο σύγχρονο.
Πιο «ταξιδιάρικο».
Μόνο που αυτή είναι μια ιστορία χωρίς τέλος.
Πάντα θα υπάρχει μια καλύτερη μοτοσυκλέτα.
Ή, για να το πω σωστότερα, πάντα θα υπάρχει μια μοτοσυκλέτα που κάνει κάτι καλύτερα από τη δική σου.
Και αν αρχίσεις να κυνηγάς συνεχώς το «καλύτερο», υπάρχει κίνδυνος να ξεχάσεις γιατί ήθελες τη μοτοσυκλέτα εξαρχής.
Ναι.
Με είκοσι άλογα θα ήθελα άλλα δέκα.
Αν είχα τριάντα, πιθανότατα θα ήθελα σαράντα.
Και μετά πενήντα.
Και κάπως έτσι δεν τελειώνει ποτέ.
Το Bullet όμως έχει κάτι που δύσκολα μπαίνει σε πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών.
Έχει ρυθμό.
Αυτό το μικρό μονοκύλινδρο μοτέρ χτυπάει από κάτω σου και, όταν σταματήσεις να του ζητάς να γίνει κάτι που δεν είναι, αρχίζεις να συντονίζεσαι μαζί του.
Οι πιστονιές του.
Ο δρόμος.
Η ταχύτητα.
Η αναπνοή σου.
Κάπως όλα αρχίζουν να δουλεύουν στον ίδιο ρυθμό.
Και επειδή δεν πηγαίνεις τόσο γρήγορα, αρχίζεις να βλέπεις.
Το βουνό.
Το γεφύρι.
Ένα παλιό μαγαζί.
Μια βρύση στην άκρη του δρόμου.
Έναν χωματόδρομο που δεν ξέρεις ακριβώς πού βγάζει.
Το φως λίγο πριν δύσει ο ήλιος.
Και θυμάσαι ότι ίσως αυτός ήταν εξαρχής ο λόγος που καβάλησες μια μοτοσυκλέτα.
Η μοναξιά του ταξιδευτή
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η μοτοσυκλέτα είναι μοναχικό πράγμα.
Ακόμη και όταν ταξιδεύεις μαζί με κάποιον, μέσα στο κράνος είσαι μόνος.
Δεν μιλάς.
Οδηγείς.
Ακούς τον αέρα, το μοτέρ και κυρίως τις σκέψεις σου.
Και όταν ταξιδεύεις πραγματικά μόνος, αυτή η μοναξιά γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Είσαι εσύ.
Ο δρόμος.
Ο καιρός.
Η ζέστη, η βροχή, το κρύο, η ομίχλη.
Και όλα εκείνα που κουβαλάς μέσα στο κεφάλι σου.
Δεν μπορείς να κρυφτείς εύκολα από τον εαυτό σου πάνω σε μια μοτοσυκλέτα.
Σε φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που μου είχαν λείψει περισσότερο.
Για χρόνια ταξίδευα έτσι.
Πολλές φορές μόνος.
Χειμώνα, καλοκαίρι, άνοιξη, φθινόπωρο.
Έχω φάει βροχές.
Χαλάζια.
Ομίχλες.
Έχω βρεθεί σε χιονισμένες βουνοκορφές και έχω συνεχίσει προσεκτικά.
Σταματούσα για μια φωτογραφία χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.
Γύριζα σπίτι και κουβαλούσα μαζί μου όλες αυτές τις εικόνες.
Μετά έφτιαχνα ένα μικρό βίντεο.
Φωτογραφίες, μερικά πλάνα, μουσική.
Όχι επειδή είμαι video creator.
Δεν είμαι.
Τα φτιάχνω κυρίως για μένα.
Για να μπορώ χρόνια μετά να πατήσω play και για λίγα λεπτά να επιστρέψω εκεί.
Το ίδιο και με το blog.
Γράφω για να θυμάμαι.
Και ίσως τελικά αυτό εδώ το κείμενο να είναι ακριβώς αυτό.
Ένας τρόπος να μην αφήσω αυτές τις δύο ημέρες να χαθούν μέσα στις υπόλοιπες.
Το χαμένο mojo
Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι αναρωτώμενος αν μου αρέσει ακόμη να ταξιδεύω με μοτοσυκλέτα.
Κάπου στην Αθηνών–Λαμίας ζεσταινόμουν, γκρίνιαζα μέσα από το κράνος, άκουγα τον αέρα, θεωρούσα ότι η μηχανή δεν τραβάει και σκεφτόμουν ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω σπίτι.
Δύο ημέρες αργότερα επέστρεψα κουρασμένος.
Βρώμικος.
Ψημένος από τη ζέστη.
Βρεγμένος κάποια στιγμή από τη βροχή.
Με ελάχιστο ύπνο.
Με περίπου 1.100 χιλιόμετρα περισσότερα στο Bullet.
Και ευτυχισμένος.
Γιατί κάπου ανάμεσα στην Αταλάντη και το Μουζάκι, στον Τύμπανο και την Αργιθέα, στα σκοτεινά τούνελ, στη βροχή της Αμφιλοχίας, στο παγωμένο νερό στο Περιθώρι και στο ηλιοβασίλεμα έξω από τα Γρεβενά…
κάτι ξαναβρήκα.
Αλλά δεν ήταν μόνο ο δρόμος.
Ήταν κι ένας Θανάσης πάνω σε μια Vespa, με τον οποίο μπορέσαμε να ταξιδέψουμε μαζί, να χωρίσουμε όταν χρειάστηκε και να ξαναβρεθούμε την επόμενη ημέρα χωρίς να χρειάζεται καμία εξήγηση.
Ήταν ένας δεύτερος Θανάσης στην Ελάτη και λίγες κουβέντες στη μέση της διαδρομής.
Ήταν ο Τάκης που εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου και μαζί του έφερε εικόνες από μια άλλη εποχή της ζωής μου.
Ήταν η Αριστέα.
Και ήταν και ο Γιώργος.
Ένας φίλος από τις αρχές του ’90 που μέσα στα χρόνια έγινε κάτι πολύ περισσότερο από φίλος.
Ένας άνθρωπος με τον οποίο έχουμε περάσει πολλά, με τον οποίο μπορεί να μη βλεπόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε, αλλά που όταν καθόμαστε ξανά στο ίδιο τραπέζι ο χρόνος ανάμεσα μοιάζει να εξαφανίζεται.
Ίσως τελικά να μην είχα χάσει ποτέ το mojo μου.
Ίσως απλώς να το είχα αφήσει για λίγο στην άκρη.
Και χρειάστηκαν ένα μικρό μαύρο Bullet, μια Vespa, δύο Θανάσηδες, ένας Τάκης, ένας Γιώργος, μια Αριστέα, περίπου 1.100 χιλιόμετρα και δύο ημέρες δρόμου για να το θυμηθώ.
Γιατί το ταξίδι τελικά δεν ήταν μόνο η Αργιθέα.
Δεν ήταν τα Γρεβενά.
Δεν ήταν οι γέφυρες, τα βουνά ή οι στροφές.
Ήταν οι άνθρωποι.
Ήταν η μοναξιά μέσα στο κράνος.
Ήταν οι σκέψεις.
Ήταν οι στιγμές που μοιράστηκα με φίλους.
Και τελικά ήταν η επιστροφή.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι απλώς να μπορείς να φύγεις.
Είναι να μπορείς να φύγεις,
Να μείνεις για ώρες μόνος μέσα στο κράνος με τις σκέψεις σου,
Να χαθείς για λίγο στους δρόμους,
Να βρεθείς ξανά με ανθρώπους που αποτελούν κομμάτια διαφορετικών εποχών της ζωής σου,
Να ξαναβρείς μέσα από όλα αυτά ένα κομμάτι του εαυτού σου…
και μετά να ξέρεις πού, και κυρίως σε ποιους, θέλεις να επιστρέψεις.
Έφυγα από το σπίτι ψάχνοντας κάτι που δεν μπορούσα ακριβώς να ονομάσω.
Γύρισα στην οικογένειά μου κουρασμένος, γεμάτος φωτογραφίες, ιστορίες και αναμνήσεις.
Και χαμογελαστός.
Κοίταξα ξανά το μικρό μαύρο «ποδήλατο» παρκαρισμένο έξω από το σπίτι.
Τελικά ο γιος μου είχε δίκιο μόνο στο ένα πράγμα.
Είχα φύγει με το Bullet.
Αυτό που δεν μπορούσε να ξέρει ήταν πόσο μακριά θα με πήγαινε.
Όχι μόνο στον χάρτη.
Το mojo ήταν ακόμη εκεί.
























































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































