Έντεκα χρόνια αργότερα, Μια Ιταλίδα στη ζωή μου

Οι πρώτες ημέρες συμβίωσης με μια Moto Guzzi V7 II Special του 2015

Υπάρχουν μοτοσυκλέτες που τις βλέπεις, σου αρέσουν και τις αγοράζεις. Υπάρχουν άλλες που τις δοκιμάζεις, τις σκέφτεσαι για λίγο και μετά τις ξεχνάς. Και υπάρχουν και κάποιες που, για ανεξήγητους λόγους, μένουν κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή τους.

Η Moto Guzzi V7 II Special ανήκει στην τελευταία κατηγορία.

Η πρώτη μας γνωριμία έγινε το 2015, όταν είχα την ευκαιρία να οδηγήσω μια ολοκαίνουργια τότε V7 II. Εκείνη την εποχή είχα μια Kawasaki Estrella 250, μια μοτοσυκλέτα που, όπως και η Guzzi, ακολουθούσε τη δική της φιλοσοφία, μακριά από την αέναη αναζήτηση περισσότερων ίππων και καλύτερων επιδόσεων.

Η Ιταλίδα μου είχε αρέσει. Αρκετά, μάλιστα, ώστε να σκεφτώ σοβαρά την αγορά της.

Δεν τα κατάφερα τότε.

Τα χρόνια πέρασαν, οι μοτοσυκλέτες άλλαξαν, οι εμπειρίες πολλαπλασιάστηκαν, αλλά η V7 δεν έφυγε ποτέ εντελώς από το μυαλό μου.

Κάποια στιγμή, όταν είχα τη Moto Guzzi V85 TT, έφτασα πολύ κοντά στο να την ανταλλάξω με μια νεότερη V7 850. Ούτε εκείνη η προσπάθεια ευοδώθηκε.

Εκ των υστέρων, ίσως καλύτερα.

Γιατί, έχοντας οδηγήσει τη νεότερη V7, μπορώ πλέον να πω ότι η παλιότερη V7 II έχει κάτι που προσωπικά μου αρέσει περισσότερο.

Κάτι που δεν αποτυπώνεται εύκολα στους πίνακες τεχνικών χαρακτηριστικών.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η συγκεκριμένη V7 II Special του 2015 βρέθηκε να πωλείται στην Κατερίνη.

Μπλε, με τις χαρακτηριστικές λευκές λεπτομέρειες στο ρεζερβουάρ, ακτινωτούς τροχούς και αρκετό χρώμιο ώστε να θυμίζει μια μοτοσυκλέτα άλλης εποχής.

Είχε εισαχθεί από την Ιταλία, είχε περάσει από ένα βασικό σέρβις και ο πωλητής είχε αντικαταστήσει το κάλυμμα της σέλας με ένα αρκετά όμορφο, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα.

Το πρόβλημα ήταν ότι εγώ βρισκόμουν στην Αθήνα και η μοτοσυκλέτα μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα.

Εδώ μπήκε στην ιστορία ο Γιάννης.

Ένας διαδικτυακός φίλος, ο οποίος προσφέρθηκε να πάει να δει τη μοτοσυκλέτα για λογαριασμό μου.

Δεν γνωριζόμασταν προσωπικά, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να αφιερώσει τον χρόνο του για να εξετάσει ένα μηχανάκι που σκεφτόμουν να αγοράσω.

Στις 8 Οκτωβρίου άρχισαν να έρχονται τα μηνύματα.

«Λοιπόν, σε γενικές γραμμές για δεκαετίας μηχανάκι φαίνεται ΟΚ».

Ακολούθησε μια αρκετά αναλυτική περιγραφή.

Κάποια ψωριάσματα στους λαιμούς των εξατμίσεων, αποχρωματισμός σε ένα σημείο της πίσω ζάντας, ελαστικά που φαίνονταν σε καλή κατάσταση, δίσκοι φρένων χωρίς εμφανή φθορά.

Τα όργανα δεν του άρεσαν ιδιαίτερα, καθώς τα κρύσταλλά τους ήταν θολά και υπήρχαν κάποια θέματα με τα πλαστικά των ενδεικτικών λυχνιών.

Το σημαντικότερο όμως ήταν το μοτέρ.

«Το μοτέρ είναι πολύ καλό, το άκουσα κρύο, δεν μπερδεύει, έχει αυτό το άγριο δούλεμα που έχουν όλα τα αξονοφόρα, με το βολάν να κουνάει στην κάθε γκαζιά».

Αυτό το τελευταίο ήταν μάλλον το καλύτερο που θα μπορούσε να μου πει.

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στις μοτοσυκλέτες που δεν προσπαθούν να κρύψουν τον μηχανικό τους χαρακτήρα. Σε αυτές που αισθάνεσαι τα πιστόνια να ανεβοκατεβαίνουν, τον στρόφαλο να περιστρέφεται και ολόκληρη τη μηχανή να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία.

Εκεί που άλλοι βλέπουν κραδασμούς και έλλειψη πολιτισμένης λειτουργίας, εγώ πολλές φορές βρίσκω ενδιαφέρον.

Ο Γιάννης μού έδωσε την εικόνα που χρειαζόμουν.

Τον ευχαρίστησα, του είπα ότι του χρωστάω και λίγο αργότερα πήρα την απόφαση.

Έντεκα χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, θα αποκτούσα επιτέλους μια V7 II.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, το ταξίδι αρχίζει πριν ξημερώσει

Το ξυπνητήρι χτύπησε πολύ νωρίς.

Ήταν γύρω στις πέντε παρά το πρωί όταν σηκώθηκα, έφτιαξα τον καφέ μου και ετοίμασα κάτι πρόχειρο να φάω.

Έξω επικρατούσε εκείνη η χαρακτηριστική ψύχρα των φθινοπωρινών πρωινών.

Είχαν προηγηθεί αρκετές ημέρες με καταρρακτώδεις βροχές και αυτή έδειχνε να είναι η πρώτη στεγνή ημέρα μετά από καιρό.

Πριν φύγω, έπρεπε να τακτοποιήσω και μια μικρή εκκρεμότητα.

Τον Ηλία.

Ο Ηλίας είναι ένας Γερμανικός Ποιμενικός εργασιακής γραμμής, από εκείνους που διαθέτουν περισσότερη ενέργεια από όση θα ήθελε κανείς να διαχειριστεί στις πέντε και μισή το πρωί.

Η κανονική του βόλτα θα γινόταν αργότερα από τη σύζυγό μου, αφού επέστρεφε από το σχολείο όπου θα πήγαινε τον μικρό. Αλλά μέχρι τότε, καλό θα ήταν να είχε βγει έστω για λίγο.

Κυρίως για να αποφύγουμε κανένα ατύχημα μέσα στο σπίτι.

Τον έβγαλα λοιπόν μια σύντομη βόλτα, επέστρεψα, μάζεψα τα πράγματά μου και πήρα ταξί για τον σιδηροδρομικό σταθμό.

Έφτασα περίπου σαράντα πέντε λεπτά πριν από την αναχώρηση.

Αρκετός χρόνος για να παρατηρήσω τους ανθρώπους γύρω μου.

Αγουροξυπνημένες φυσιογνωμίες, κάποιες εμφανώς ξενυχτισμένες, άνθρωποι με καφέδες στα χέρια, άλλοι να κοιτάζουν τα κινητά τους και άλλοι απλώς να περιμένουν σιωπηλοί μέσα στην ψύχρα.

Εκείνη την ώρα δεν υπάρχει μεγάλη διάθεση για κοινωνικότητα.

Ο καθένας βρίσκεται στον δικό του κόσμο.

Εγώ, πάντως, ήμουν ήδη αρκετά ξύπνιος.

Με περίμενε μια καινούργια μοτοσυκλέτα.

Ή, για να είμαστε ακριβείς, μια έντεκα ετών καινούργια για μένα μοτοσυκλέτα.

Είχα καιρό να ταξιδέψω με τρένο.

Και ομολογώ ότι, παρά τις γνωστές δυσκολίες του ελληνικού σιδηροδρόμου, το ταξίδι ήταν σχετικά ευχάριστο.

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο σε αυτό το μέσο.

Δεν χρειάζεται να ασχολείσαι με την οδήγηση, δεν σε απασχολεί η κίνηση και έχεις την ευκαιρία να παρατηρείς το τοπίο με έναν διαφορετικό τρόπο.

Και τότε συνειδητοποιείς πόσα έργα έχουν γίνει κατά μήκος της διαδρομής.

Γέφυρες, σήραγγες, εκτεταμένα τεχνικά έργα που δύσκολα αντιλαμβάνεσαι αν δεν χρησιμοποιήσεις το τρένο.

Μετά τον Δομοκό, βέβαια, τα πράγματα άλλαξαν.

Μέχρι σχεδόν τη Λάρισα κινούμασταν με πολύ χαμηλές ταχύτητες, εξαιτίας έργων και ζημιών στο σιδηροδρομικό δίκτυο.

Με καλύτερες συνθήκες, ίσως να είχαμε φτάσει ακόμη και μία ώρα νωρίτερα.

Αλλά δεν ήταν τόσο η καθυστέρηση που με απασχολούσε.

Το μυαλό μου δούλευε υπερωρίες.

Υπήρχε εκείνη η προσμονή, η αγωνία της πρώτης ματιάς, της πρώτης επαφής με τη μοτοσυκλέτα που είχα ήδη αγοράσει χωρίς να την έχω δει από κοντά.

Και αν δεν μου άρεσε;

Και αν δεν ήταν τόσο καλή όσο φαινόταν στις φωτογραφίες;

Και αν είχε κάποιο πρόβλημα που δεν είχε εντοπιστεί;

Και, κυρίως, γιατί στο καλό είχα αγοράσει μια έντεκα ετών μοτοσυκλέτα χωρίς να τη δω πρώτα;

Βέβαια, ο Γιάννης είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να μου δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα και δεν είχα κανέναν λόγο να αμφισβητώ όσα μου είχε πει.

Αλλά άλλο να σου περιγράφει κάποιος μια μοτοσυκλέτα και άλλο να τη βλέπεις μπροστά σου, να την αγγίζεις, να την ακούς και, τελικά, να την οδηγείς.

Οι σκέψεις έρχονταν η μία μετά την άλλη.

Παρ’ όλα αυτά, κατάφερα να ξεκλέψω μερικές στιγμές ύπνου.

Όχι για πολύ.

Την πρώτη φορά πετάχτηκα ξαφνικά όταν συνειδητοποίησα ότι… ροχάλιζα!

Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα διακριτικά γύρω μου, προσπαθώντας να καταλάβω αν είχα γίνει θέαμα.

Τίποτα.

Κανείς δεν έδινε σημασία.

Κάποιοι κοιμόντουσαν, άλλοι ροχάλιζαν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από εμένα, μερικοί συζητούσαν, άλλοι ήταν χαμένοι στον κόσμο τους και κάποιοι άκουγαν μουσική.

Ησύχασα και ξαναβολεύτηκα στη θέση μου.

Λίγο αργότερα, το ίδιο σκηνικό.

Δεύτερη ξερογκαζιά, δεύτερο απότομο ξύπνημα.

Πάλι κοίταξα γύρω μου.

Πάλι κανείς δεν έδινε σημασία.

Τελικά, σε ένα βαγόνι γεμάτο ανθρώπους που ο καθένας ζούσε στον δικό του μικρό κόσμο, κανείς δεν ενδιαφερόταν για έναν μεσήλικα που, ανάμεσα σε σκέψεις και όνειρα για μοτοσυκλέτες, τραβούσε πότε πότε καμιά ξερογκαζιά.

Τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή, το μόνο μοτέρ που ακουγόταν να δουλεύει άτσαλα ήταν το δικό μου.

Η Ιταλίδα θα ερχόταν αργότερα.

Έξω από το παράθυρο περνούσαν τοπία που είχα καιρό να δω από αυτή την οπτική γωνία.

Και κάποια στιγμή, πάνω από την Τιθορέα, εμφανίστηκε ο Παρνασσός.

Χιονισμένος.

Όχι μόνο με λίγο χιόνι στις ψηλότερες κορυφές, αλλά με αρκετές από αυτές ολόλευκες.

Μέσα Οκτωβρίου!

Δεν θυμάμαι να έχω δει τα τελευταία χρόνια τόσα βουνά χιονισμένα τόσο νωρίς.

Έβγαλα φωτογραφίες και τις έστειλα στους φίλους μου.

«Ωραίο το τρένο. Ταξιδεύεις, δεν μεταφέρεσαι, έλεγε κάποιος».

Και είχε δίκιο.

Ακολούθησε η σχετική κουβέντα για τα χιόνια, τον καιρό και τη γεωγραφία της περιοχής.

Λίγο πριν από τις έντεκα είχαμε περάσει τη Λάρισα.

«Κοντεύουμε», έγραψα.

«Γελάνε και τα μουστάκια σου», μου απάντησαν.

Δεν είχαν άδικο.

Κι ας μην έχω μουστάκι.

Φτάνοντας στον σταθμό της Κατερίνης, η πρώτη μου κίνηση ήταν να αναζητήσω έναν καφέ.

Η καφετέρια του σταθμού έμοιαζε ξεχασμένη στη λήθη του χρόνου. Οι εξελίξεις και τα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρομικού δικτύου προφανώς δεν την είχαν αγγίξει.

Μια εικόνα που σε ταξίδευε χαλαρά είκοσι, τριάντα, ίσως και περισσότερα χρόνια πίσω.

Δεν ξέρω αν ήταν ο χώρος, η ατμόσφαιρα ή απλώς εκείνη η αίσθηση πως ο χρόνος είχε σταματήσει κάπου στα τέλη του προηγούμενου αιώνα.

Πάντως, δεν υπήρχε κανένας ενδοιασμός.

Παρήγγειλα έναν φραπέ σκέτο.

Τι άλλο θα μπορούσε να παραγγείλει κανείς σε ένα τέτοιο μέρος;

Ένας φρέντο εσπρέσο θα έμοιαζε σχεδόν με ιστορικό αναχρονισμό.

Με τον φραπέ στο χέρι ξεκίνησα για το κατάστημα όπου με περίμενε η Moto Guzzi.

Ένα περπάτημα περίπου δεκαπέντε με είκοσι λεπτών, αρκετό για να επιστρέψουν όλες εκείνες οι σκέψεις που με είχαν συντροφεύσει στο τρένο.

Και αν δεν μου άρεσε; Και αν αποδεικνυόταν διαφορετική από όσα περίμενα;

Δεν είχε πλέον ιδιαίτερο νόημα να το σκέφτομαι. Σε λίγα λεπτά θα είχα όλες τις απαντήσεις.

Και κάπως έτσι, έχοντας μόλις κάνει ένα μικρό ταξίδι στο παρελθόν, πήγαινα να συναντήσω μια μοτοσυκλέτα που, κατά κάποιον τρόπο, είχε αρνηθεί κι εκείνη να ακολουθήσει την εποχή της.

Τελικά, ίσως ο φραπές να ήταν η καταλληλότερη εισαγωγή στη γνωριμία μας.

Ύστερα από δεκαπέντε με είκοσι λεπτά περπάτημα, επιτέλους, βρέθηκα μπροστά της.

Μια μπλε Moto Guzzi V7 II Special του 2015.

Έντεκα χρόνια μετά την πρώτη μας γνωριμία, όταν είχα οδηγήσει για πρώτη φορά το συγκεκριμένο μοντέλο, στεκόμουν ξανά μπροστά σε μία.

Μόνο που αυτή τη φορά ήταν δική μου.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς είναι πόσο παραδοσιακή δείχνει.

Το χαρακτηριστικό ρεζερβουάρ, ο εγκάρσιος V2 κινητήρας με τις κυλινδροκεφαλές να προεξέχουν, τα δύο πίσω αμορτισέρ, ο άξονας μετάδοσης, οι ακτινωτοί τροχοί.

Δεν υπάρχουν σχεδιαστικές υπερβολές, ούτε προσπάθεια να δείξει πιο σύγχρονη από όσο είναι.

Έχει τη μορφή μιας κλασικής μοτοσυκλέτας, αλλά χωρίς να μοιάζει με κακό αντίγραφο του παρελθόντος.

Και αυτή είναι, νομίζω, μια από τις μεγαλύτερες αρετές της.

Όσο για την κατάστασή της, ο Γιάννης είχε αποδειχθεί απόλυτα ακριβής στις παρατηρήσεις του.

Υπήρχαν πράγματι κάποια μικρά αισθητικά θέματα, αλλά η γενική εικόνα ήταν καλή για μια μοτοσυκλέτα έντεκα ετών.

Τα όργανα, βέβαια, ήταν χειρότερα από όσο θα ήθελα.

Τα κρύσταλλα είχαν θολώσει και οι δύο μικρές οθόνες LCD ήταν τόσο ξεθωριασμένες που δυσκολευόσουν να διαβάσεις τις ενδείξεις τους.

Αλλά είχα μπροστά μου ένα ταξίδι αρκετών εκατοντάδων χιλιομέτρων.

Και ήθελα κυρίως να διαπιστώσω πώς θα συμπεριφερόταν η Ιταλίδα στον δρόμο.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαμε τελειώσει με τα γραφειοκρατικά, μου παραδόθηκαν τα κλειδιά και κάθισα να την κοιτάζω για λίγο.

Για πολύ λίγο…

Έβαλα διστακτικά το κλειδί στον διακόπτη και το γύρισα.

Οι ενδεικτικές λυχνίες στο καντράν άναψαν και οι βελόνες του ταχύμετρου και του στροφόμετρου έκαναν τη γνώριμη κίνησή τους, σαν έναν μικρό χαιρετισμό καλωσορίσματος.

Πάτησα διστακτικά το κουμπί της μίζας.

Τίποτα.

Προφανώς, η Ιταλίδα ήθελε κάτι πιο αποφασιστικό.

Το ξαναπάτησα, αυτή τη φορά με περισσότερη σιγουριά.

Άκουσα τη μίζα να αρχίζει να περιστρέφει αργά, αλλά με δύναμη, το μοτέρ. Για μερικές στιγμές μπορούσες σχεδόν να αισθανθείς τα βαριά μηχανικά μέρη να τίθενται σε κίνηση.

Και ύστερα ο κινητήρας άρχισε να ξυπνά από τον βαθύ του ύπνο.

Ολόκληρη η μοτοσυκλέτα ανατρίχιασε, σαν να τη διαπέρασε ένα ρίγος.

Από τις εξατμίσεις ακούστηκε ένας όμορφος, βαθύς, μπάσος ήχος. Αρκετά δυνατός και γεμάτος για εργοστασιακές εξατμίσεις.

Ο κινητήρας είχε πλέον ξυπνήσει για τα καλά και αμέσως θυμήθηκα γιατί μου είχε αρέσει τόσο εκείνη η V7 που είχα οδηγήσει το 2015.

Το χαρακτηριστικό κούνημα του μοτέρ, η μηχανική του λειτουργία, οι κραδασμοί.

Δεν πρόκειται για κάποιο ιδιαίτερα εξευγενισμένο σύνολο.

Ούτε προσπαθεί να γίνει.

Και αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν.

Αφήνεις τον συμπλέκτη, δεν χρειάζεται να ανοίξεις καν το γκάζι και η μοτοσυκλέτα ξεκινά με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντήσεις σε πολλές σύγχρονες κατασκευές.

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η ροπή.

Όχι κάποιος εντυπωσιακός αριθμός σε ένα φυλλάδιο.

Η πραγματική αίσθηση που σου δίνει ο κινητήρας όταν ανοίγεις το γκάζι από πολύ χαμηλά.

Αισθάνεσαι ότι έχεις στη διάθεσή σου μια σημαντική δύναμη σχεδόν από το ρελαντί.

Και όταν αρχίσει να ανεβάζει στροφές, συνεχίζει να τραβά με έναν ευχάριστο, γεμάτο τρόπο.

Το άλλο που παρατήρησα ήταν το πόσο ελαφριά αισθάνεται η μοτοσυκλέτα.

Μπαίνει πρόθυμα στις στροφές και αλλάζει κατεύθυνση με ευκολία.

Οι σχετικά στενοί τροχοί και η κλασική γεωμετρία της φαίνεται να συνεργάζονται πολύ καλά στις συνεχόμενες αλλαγές κατεύθυνσης.

Το μπροστινό φρένο αποδείχθηκε αρκετά δυνατό, αν και η αίσθηση στη μανέτα δεν ήταν αυτή που θα ήθελα.

Το κιβώτιο ταχυτήτων, από την άλλη, μου φάνηκε σκληρό, ασαφές και αρκετά απαιτητικό. Έπρεπε να διατηρείς τον κινητήρα στις κατάλληλες στροφές για να γίνονται ομαλά οι αλλαγές, ενώ η εύρεση της νεκράς με τη μοτοσυκλέτα σταματημένη ήταν μια μικρή περιπέτεια.

Πάνω, κάτω, ξανά πάνω και πάλι από την αρχή.

Έδειχνε πάντως να είναι πιο αθόρυβο από εκείνο της BMW, αλλά σαφώς δυσκολότερο στη χρήση.

Και κάπου εκεί, εντελώς τυχαία, τράβηξα τη μανέτα του συμπλέκτη μέχρι το τέρμα της διαδρομής της.

Και ως διά μαγείας, το κιβώτιο μεταμορφώθηκε!

Οι ταχύτητες άρχισαν να αλλάζουν πανεύκολα. Η νεκρά βρισκόταν σχεδόν με τη σκέψη, ενώ οι αλλαγές, τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, γίνονταν αθόρυβα και γλυκά.

Δεν είχε αλλάξει τίποτα στη μοτοσυκλέτα.

Εγώ είχα αλλάξει τον τρόπο που τη χειριζόμουν.

Βλέπετε, συνηθισμένος από άλλες μοτοσυκλέτες, χρησιμοποιούσα δύο δάχτυλα στη μανέτα του συμπλέκτη, χωρίς να την τραβάω μέχρι το τέλος της διαδρομής της.

Η Ιταλίδα όμως είχε διαφορετική άποψη.

Ήθελε και τα τέσσερα δάχτυλα του αριστερού χεριού. Και ολόκληρη τη διαδρομή της μανέτας.

Τίποτα λιγότερο.

Τελικά, το κιβώτιο δεν ήταν ούτε τόσο σκληρό ούτε τόσο δύστροπο όσο είχα αρχικά πιστέψει. Απλώς έπρεπε να μάθω να το χρησιμοποιώ σωστά.

Ήταν σαφές ότι χρειαζόμασταν περισσότερο χρόνο για να γνωριστούμε.

Αποφάσισα να κινηθώ αρχικά από την παλιά εθνική οδό.

Και ήταν μια πολύ καλή απόφαση.

Η παλιά εθνική είναι ένας από εκείνους τους δρόμους που, παρά τις ατέλειές τους, εξακολουθούν να έχουν κάτι να προσφέρουν.

Σίγουρα δεν είναι ο γρηγορότερος τρόπος να φτάσεις στον προορισμό σου.

Αλλά πολλές φορές είναι ο ωραιότερος.

Μέσα στον ενθουσιασμό μου να ξεκινήσω, είχα παραλείψει μια μικρή, αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια.

Δεν είχα ρωτήσει πόση βενζίνη είχε το ρεζερβουάρ.

Ούτε είχα σκεφτεί να σταματήσω σε κάποιο βενζινάδικο για να το γεμίσω.

Η V7, βλέπετε, δεν διαθέτει δείκτη στάθμης καυσίμου. Έχει μόνο ένα λαμπάκι που ανάβει όταν η στάθμη πέσει στη ρεζέρβα.

Και κάπου εκεί, βγαίνοντας από την Κατερίνη, το συνειδητοποίησα.

Πόση βενζίνη να έχω άραγε;

Και αν μείνω;

Και αν δεν βρω βενζινάδικο;

Και, το κυριότερο, προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να αρχίσω να τη σπρώχνω;

Ξαφνικά, ο ενθουσιασμός της πρώτης βόλτας απέκτησε και μια μικρή δόση αγωνίας.

Όσο περνούσαν όμως τα λεπτά και τα χιλιόμετρα, άρχισα να το σκέφτομαι πιο ψύχραιμα.

Από τη στιγμή που θα ανάψει το λαμπάκι της ρεζέρβας, υπολόγιζα ότι με χαλαρή οδήγηση θα έχω περίπου εκατό χιλιόμετρα αυτονομίας.

Άρα, γιατί να ανησυχώ;

Το λαμπάκι δεν είχε ανάψει ακόμη.

Όλα καλά.

Ηρέμησα.

Για λίγο…

Γιατί το μυαλό μου, όταν θέλει, ξέρει να παίζει πολύ ωραία παιχνίδια.

Και αν το λαμπάκι δεν λειτουργεί;

Και αν είμαι ήδη στη ρεζέρβα;

Και αν τελικά δεν έχω ούτε τα μισά από τα χιλιόμετρα που υπολογίζω;

Όχι, θυμόμουν καθαρά ότι όταν είχα ανοίξει τον διακόπτη, το λαμπάκι είχε ανάψει μαζί με τις υπόλοιπες ενδεικτικές λυχνίες.

Άρα λειτουργεί.

Ή τουλάχιστον λειτουργεί η λάμπα. Για τον αισθητήρα δεν θα έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά.

Αλλά, στην τελική, έχω και οδική βοήθεια.

Και πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να βρεις ένα βενζινάδικο στην παλιά εθνική οδό;

Τελικά, αρκετά δύσκολο!

Τα χιλιόμετρα περνούσαν, το τοπίο άλλαζε, αλλά βενζινάδικο πάνω στη διαδρομή μου δεν εμφανιζόταν.

Εκεί που κάποτε περνούσε όλη η κίνηση της εθνικής οδού, τώρα ο δρόμος είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε μια επαρχιακή διαδρομή, μακριά από τη μεγάλη κυκλοφορία.

Και μαζί με την κίνηση είχαν χαθεί, προφανώς, και αρκετές από τις επιχειρήσεις που την εξυπηρετούσαν.

Τελικά έφτασα στον Πλαταμώνα, όπου βρήκα το πρώτο βενζινάδικο πάνω στον δρόμο μου.

Σταμάτησα και γέμισα το ρεζερβουάρ.

Ένα μικρό βάρος έφυγε από πάνω μου.

Τώρα μπορούσα επιτέλους να ασχοληθώ με τα σημαντικά.

Βενζίνη, καφές και μια τυρόπιτα.

Το μενού ενός ανθρώπου που είχε ξεκινήσει από τα χαράματα, είχε ήδη ταξιδέψει με τρένο, είχε αποκτήσει μια έντεκα ετών Ιταλίδα και είχε μόλις αποφύγει, τουλάχιστον στο μυαλό του το ενδεχόμενο να τη σπρώχνει στην παλιά εθνική.

Και είχα ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά μου.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Guzzi είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις.

Το μοτέρ τραβούσε όμορφα, η μοτοσυκλέτα ήταν ευχάριστη στις στροφές και δεν είχα παρατηρήσει κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Συνέχισα προς τα Τέμπη.

Είχα πολλά χρόνια να περάσω από εκεί.

Και καθώς διέσχιζα την κοιλάδα, παρατήρησα ότι πραγματοποιούνταν έργα για την κατασκευή νέας γέφυρας προς το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, εκείνο που βρίσκεται μέσα στη σπηλιά.

Η παλιά γέφυρα είχε καταστραφεί από τις πλημμύρες του Daniel.

Ήταν παράξενο να βλέπω έναν τόσο γνώριμο τόπο να έχει ακόμη εμφανή τα σημάδια μιας τόσο μεγάλης καταστροφής.

Οι δρόμοι έχουν και αυτή την ιδιότητα.

Σε φέρνουν ξανά σε μέρη που γνωρίζεις, μόνο που στο μεταξύ τα μέρη αυτά έχουν αλλάξει.

Κι εσύ μαζί τους.

Μετά τα Τέμπη συνέχισα προς τη Λάρισα και μπήκα στον αυτοκινητόδρομο.

Εκεί θα είχα την ευκαιρία να δω πώς ταξιδεύει πραγματικά η V7.

Αν υπάρχει κάτι που έχω ακούσει επανειλημμένα για τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, είναι ότι δεν πηγαίνει.

«Αργό».

«Ψόφιο».

«Τάφος».

Σχεδόν όλοι όσοι μου έχουν πει κάτι αντίστοιχο βασίζουν την άποψή τους σε έναν και μόνο αριθμό.

Τους 47 ίππους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετοί από αυτούς δεν έχουν οδηγήσει ποτέ τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα.

Αλλά αυτό δεν φαίνεται να τους εμποδίζει να έχουν άποψη.

Βλέπετε, στην εποχή μας η ιπποδύναμη έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Όπως, άλλωστε, και η ανάγκη να έχουμε άποψη για τα πάντα.

Δεν έχει σημασία αν γνωρίζουμε το αντικείμενο, αν έχουμε προσωπική εμπειρία ή έστω αν έχουμε ασχοληθεί μαζί του.

Άποψη πρέπει να έχουμε.

Και μάλιστα άποψη που συνήθως εκφράζεται με απόλυτη βεβαιότητα.

Στην περίπτωση της V7, τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά.

Κοιτάζεις τον αριθμό 47, αποφασίζεις ότι είναι λίγα και βγάζεις το συμπέρασμα.

«Τάφος».

Τόσο απλά.

Το πού αποδίδεται αυτή η ισχύς, πόση ροπή έχει ο κινητήρας, σε ποιες στροφές την αποδίδει, πώς είναι κλιμακωμένο το κιβώτιο ή πόσα κιλά καλούνται να κινήσουν αυτά τα 47 άλογα είναι μάλλον περιττές λεπτομέρειες.

Ψιλά γράμματα.

Και γιατί να μπλέκουμε με τα ψιλά γράμματα όταν μπορούμε να έχουμε μια ωραιότατη, έτοιμη άποψη;

Άλλωστε, η άποψη δεν απαιτεί ούτε γνώση ούτε εμπειρία. Μόνο αυτοπεποίθηση.

Εγώ, πάλι, που μόλις την είχα οδηγήσει αρκετές δεκάδες χιλιόμετρα, άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως τελικά τα 47 άλογα δεν είχαν ενημερωθεί ότι έπρεπε να είναι ψόφια!

Η V7 II είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του γιατί αυτή η προσέγγιση δεν λέει ολόκληρη την αλήθεια.

Στον αυτοκινητόδρομο κινήθηκα με ταχύτητες 120–140 χλμ./ώρα.

Και ομολογώ ότι η ευκολία με την οποία διατηρούσε αυτές τις ταχύτητες με εξέπληξε ευχάριστα.

Με έκτη, στις 3.800 περίπου στροφές ταξιδεύει με 100 χλμ./ώρα.

Στις 4.000 βρίσκεται κοντά στα 110, στις 4.500 περίπου στα 120 και στις 5.100–5.200 φτάνει τα 140.

Τα 130 χλμ./ώρα τα κρατά χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια γρήγορη σπορ μοτοσυκλέτα.

Αλλά για μια κλασική, αερόψυκτη δικύλινδρη 750 κυβικών, με περίπου 47 ίππους, η συμπεριφορά της είναι πολύ πιο ευχάριστη από όσο θα περίμενε κάποιος που γνωρίζει μόνο τα νούμερα.

Το κυριότερο είναι ότι δεν χρειάζεται να κυνηγάς τις στροφές.

Ανοίγεις το γκάζι και η μοτοσυκλέτα επιταχύνει.

Χωρίς δράματα, χωρίς να σε απασχολεί ιδιαίτερα ποια ταχύτητα έχεις στο κιβώτιο, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και με έναν τρόπο που σου δημιουργεί την αίσθηση ότι ο κινητήρας έχει περισσότερα αποθέματα από όσα υποδηλώνουν οι προδιαγραφές του.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Αρκετές φορές χρειάστηκε να προσέξω το κοντέρ γιατί, χωρίς να το καταλάβω, η ταχύτητα είχε ανέβει περισσότερο από όσο σκόπευα.

Όχι και άσχημα για έναν «τάφο».

Στη Στυλίδα αποφάσισα να βγω ξανά από τον αυτοκινητόδρομο.

Είχα μια διαδικτυακή επαγγελματική συνάντηση στην οποία έπρεπε να συμμετάσχω και χρειαζόμουν ένα μέρος για να καθίσω περίπου μία ώρα.

Κατέληξα στην πλατεία της Στυλίδας, σε ένα παραδοσιακό καφενείο.

Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι εξαιρετικός και βρήκα ένα τραπέζι έξω, στον ήλιο.

Ιδανικές συνθήκες.

Το καφενείο είχε και έναν ιδιαίτερο ιδιοκτήτη.

Έναν ηλικιωμένο κύριο, με αρκετά μοντέρνα γυαλιά ηλίου με μαύρο σκελετό, τα οποία φορούσε όχι μόνο έξω αλλά και μέσα στο καφενείο.

Δεν ξέρω αν ήταν θέμα στυλ, συνήθειας ή κάποιας προσωπικής φιλοσοφίας.

Πάντως του πήγαιναν.

Και, για να είμαστε δίκαιοι, έφτιαξε έναν πολύ καλό φρέντο εσπρέσο.

Γύρω μου, στα υπόλοιπα τραπέζια, καθόταν η τοπική ανδρική παρέα.

Ηλικιωμένοι που συζητούσαν για πολιτικά, τοπικά νέα, τον στρατό και ό,τι άλλο μπορεί να απασχολεί μια παρέα σε ένα επαρχιακό καφενείο.

Εκείνη η γνώριμη ατμόσφαιρα της ελληνικής επαρχίας, όπου τα θέματα αλλάζουν συνεχώς αλλά η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας άνθρωπος με εξοπλισμό μοτοσυκλέτας συμμετείχε σε μια επαγγελματική τηλεδιάσκεψη.

Μια κάπως σουρεαλιστική εικόνα.

Από τη μία η τεχνολογία, οι οθόνες και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Από την άλλη οι ηλικιωμένοι, ο ήλιος, ο καφές και ο καφετζής με τα μοντέρνα γυαλιά ηλίου.

Αν το καλοσκεφτείς, υπάρχουν και χειρότερα μέρη για να εργαστεί κανείς.

Μία ώρα αργότερα η συνάντηση τελείωσε.

Ήπια τις τελευταίες γουλιές του καφέ μου, μάζεψα τα πράγματα και επέστρεψα στη μοτοσυκλέτα.

Είχα ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά μου.

Επιστρέφοντας στον αυτοκινητόδρομο, αποφάσισα να κινηθώ λίγο πιο συντηρητικά.

Η πολύωρη έκθεση στον αέρα είχε αρχίσει να με κουράζει.

Η V7 δεν διαθέτει ανεμοθώρακα και, όσο όμορφο κι αν είναι αυτό αισθητικά, στα 130–140 χλμ./ώρα το σώμα δέχεται αρκετή πίεση.

Έβαλα λοιπόν στόχο να κρατήσω την ταχύτητα κάτω από τα 120 χλμ./ώρα.

Κάτι που αποδείχθηκε λίγο δυσκολότερο από όσο περίμενα.

Η μοτοσυκλέτα ανέβαζε ταχύτητα τόσο εύκολα, ώστε αρκετές φορές έπρεπε να κοιτάξω το κοντέρ και να κλείσω λίγο το γκάζι.

Εκείνο όμως που μου έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η συμπεριφορά της στις ανηφόρες.

Έδειχνε να μην τις αντιλαμβάνεται καν.

Εκεί που με άλλες μοτοσυκλέτες θα χρειαζόταν να ανοίξεις περισσότερο το γκάζι ή να κατεβάσεις μια ταχύτητα για να διατηρήσεις τον ρυθμό σου, η Guzzi συνέχιζε ατάραχη.

Ούτε έχανε ταχύτητα ούτε έδειχνε να ζορίζεται. Δεν χρειαζόταν καν να ανοίξω περισσότερο το γκάζι για να διατηρήσω την ταχύτητά μου.

Αντίθετα, όποτε το επιθυμούσα, μπορούσα να επιταχύνω χωρίς να χρειαστεί να κατεβάσω ταχύτητα.

Σαν να μην είχε ιδιαίτερη σημασία γι’ αυτήν αν ο δρόμος ήταν επίπεδος ή ανηφορικός.

Και μάλιστα όλα αυτά με έκτη ταχύτητα, χωρίς να χρειάζεται να ανεβάζω ιδιαίτερα τις στροφές του κινητήρα.

Αυτή η αίσθηση της αβίαστης δύναμης ήταν ίσως το πιο ευχάριστο και απροσδόκητο χαρακτηριστικό της.

Όχι επειδή επιτάχυνε εκρηκτικά ή επειδή διέθετε εντυπωσιακές επιδόσεις, αλλά επειδή έκανε τα πάντα με έναν τρόπο που έδειχνε ότι δεν κοπίαζε ιδιαίτερα.

Και πάλι, για μια μοτοσυκλέτα που υποτίθεται ότι δεν πηγαίνει, αυτή η συμπεριφορά είχε αρκετό ενδιαφέρον.

Άρχιζα πλέον να αναρωτιέμαι μήπως τελικά το πρόβλημα δεν ήταν τα 47 άλογα της Guzzi, αλλά οι προσδοκίες που έχουμε μάθει να δημιουργούμε γύρω από αυτά.

Όσο ο ήλιος βρισκόταν ψηλά, η θερμοκρασία ήταν ευχάριστη.

Με το που άρχισε όμως να δύει, τα πράγματα άλλαξαν απότομα.

Το κρύο και η υγρασία ήταν πολύ περισσότερα από όσο είχα υπολογίσει.

Και όταν λέω κρύο, εννοώ πραγματικό κρύο.

Άρχισα λοιπόν να φοράω ό,τι είχα και δεν είχα μαζί μου.

Η διαφορά ανάμεσα σε μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή ημέρα και μια νύχτα του Οκτωβρίου μπορεί να είναι εντυπωσιακή.

Ειδικά πάνω σε μια γυμνή μοτοσυκλέτα, χωρίς καμία ουσιαστική προστασία από τον αέρα.

Υπήρχε όμως και μια ευχάριστη έκπληξη.

Το φανάρι.

Η V7 διαθέτει έναν παραδοσιακό προβολέα με λάμπα H4 και η απόδοσή του με ικανοποίησε απόλυτα.

Καλός φωτισμός και, κυρίως, πολύ καλή διασπορά της δέσμης.

Είναι κάτι που εκτιμώ ιδιαίτερα στα παλιότερα, σωστά σχεδιασμένα φανάρια με συμβατικές λάμπες.

Δεν έχουν απαραίτητα την εντυπωσιακή λευκή φωτεινότητα των σύγχρονων LED, αλλά πολλές φορές προσφέρουν μια πιο ομοιόμορφη και φυσική εικόνα του δρόμου.

Τουλάχιστον αυτό μου έδωσε την αίσθηση το συγκεκριμένο φανάρι, αλλά και η μέχρι τώρα εμπειρία μου με σύγχρονα LED φανάρια.

Στο Σχηματάρι έγινε ο δεύτερος ανεφοδιασμός.

Ο πρώτος είχε γίνει στον Πλαταμώνα.

Από εκεί μέχρι το Σχηματάρι είχα διανύσει αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα με ένα γέμισμα, γεγονός που άφησε επίσης θετικές εντυπώσεις για την αυτονομία της μοτοσυκλέτας.

Λίγο πριν από τις εννέα το βράδυ βρισκόμουν πλέον στο σπίτι.

Κουρασμένος, αρκετά παγωμένος, αλλά ευχαριστημένος.

Η Guzzi είχε ολοκληρώσει την πρώτη μεγάλη διαδρομή μαζί μου χωρίς να παρουσιάσει κάποιο σοβαρό πρόβλημα.

Είχα όμως αρχίσει να καταλαβαίνω ότι πίσω από την όμορφη κλασική εμφάνισή της κρυβόταν μια αρκετά ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Το ταξίδι από την Κατερίνη ήταν αρκετό για να σχηματίσω μια πρώτη εικόνα.

Δεν ήταν όμως αρκετό για να γνωρίσω πραγματικά την V7.

Αυτό άρχισε να συμβαίνει τις επόμενες ημέρες, μέσα στην πόλη.

Και εκεί η μοτοσυκλέτα έδειξε ένα διαφορετικό πρόσωπο.

Κατ’ αρχάς, ο συμπλέκτης είναι βαρύς.

Όχι απλώς λίγο βαρύτερος από ό,τι έχω συνηθίσει.

Βαρύς.

Το ίδιο και το γκάζι, ενώ η μανέτα του μπροστινού φρένου απαιτεί αρκετή δύναμη και δεν προσφέρει την πληροφόρηση που θα ήθελα.

Με λίγα λόγια, δεν είναι από τις μοτοσυκλέτες που τις χειρίζεσαι με δύο δάχτυλα.

Εδώ χρειάζεσαι και τα τέσσερα.

Και στα δύο χέρια.

Όπως σχολίασα στους φίλους μου, αν τη χρησιμοποιώ καθημερινά, σε λίγο καιρό θα γίνω σαν τον Ποπάυ.

Ακόμη και η BMW R850GS, η γνωστή μας Στρουμπουλή, μου φαίνεται πιο εύκολη και ξεκούραστη στην καθημερινή μετακίνηση.

Όσο για τη Royal Enfield Bullet 350, την Σφαίρα, εκεί δεν υπάρχει καν σύγκριση.

Η Bullet είναι πολύ πιο εξευγενισμένη.

Έχει ελαφρύτερο συμπλέκτη, πιο ευχάριστο κιβώτιο, ομαλότερο ψεκασμό και μια συνολικά πιο φιλική συμπεριφορά.

Η Guzzi, αντίθετα, απαιτεί να προσαρμοστείς εσύ σε αυτήν.

Δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να σε διευκολύνει.

Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να ενοχλήσει αρκετούς αναβάτες.

Υπάρχει επίσης μια περίεργη αίσθηση στις πολύ χαμηλές ταχύτητες.

Σαν η μοτοσυκλέτα να κινείται ελαφρά δεξιά και αριστερά, θυμίζοντας μια μικρή βάρκα.

Σαν κάποιος να παίζει ανεπαίσθητα με το τιμόνι.

Σε μεγαλύτερες ταχύτητες η αίσθηση αυτή εξαφανίζεται.

Δεν έχω καταλήξει ακόμη αν πρόκειται για κάποιο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας, θέμα ρύθμισης ή κάτι που χρειάζεται έλεγχο.

Επίσης, το τιμόνι μού φαίνεται λίγο λεπτό και η θέση των χεριών δεν είναι όσο ξεκούραστη θα ήθελα.

Ίσως κάποια διαφορετικά γκριπ ή αποστάτες να βελτιώσουν την κατάσταση.

Όλα αυτά, όμως, είναι παρατηρήσεις των πρώτων ημερών.

Δεν βιάζομαι να βγάλω οριστικά συμπεράσματα.

Την Κυριακή 18 Οκτωβρίου ήρθε η πρώτη κανονική βόλτα.

Προορισμός η Πεντέλη, για καφέ με φίλους.

Το προηγούμενο βράδυ, βέβαια, είχα μια μικρή περιπέτεια με τον Ηλία.

Μια συνεδρία ελληνορωμαϊκής πάλης με έναν Γερμανικό Ποιμενικό εργασιακής γραμμής δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις πριν από μια βόλτα με μοτοσυκλέτα.

Ειδικά όταν ο αντίπαλος δεν έχει καμία διάθεση να παραδοθεί.

Έπειτα από περίπου δεκαπέντε λεπτά πάλης, κέρδισα στα σημεία.

Το τίμημα ήταν ένα τραυματισμένο μεγάλο δάχτυλο στο δεξί πόδι και ένα νύχι λιγότερο.

Ο Γιώργος, λοιπόν, το πρωί της Κυριακής είχε μια εύλογη απορία.

«Παναγιώτη, μπορείς με το πόδι; Να ετοιμαστώ ή να ξαναπάω για ύπνο;»

«Μπορώ», του απάντησα.

«Έγινε, τα λέμε στις δέκα».

«Περίπου στις δέκα. Μην τα θέλεις όλα δικά σου».

Άλλωστε, είχα πλέον και μια εξαιρετική δικαιολογία για την καθυστέρηση.

Η Guzzi χρειάζεται τον χρόνο της για να ζεσταθεί.

Όταν είναι κρύα, δεν έχει και την καλύτερη διάθεση να συνεργαστεί.

Αυτό το ήξερα ήδη από τις δοκιμές της εποχής.

Και το είχα διαπιστώσει στην πράξη.

Ο Γιώργος σχολίασε ότι είχαν αρχίσει ήδη να εμφανίζονται τα πρώτα κουσούρια.

Αλλά δεν το θεωρούσα ιδιαίτερη έκπληξη.

Στην Πεντέλη είχα την ευκαιρία να οδηγήσω τη μοτοσυκλέτα σε πιο γνώριμους δρόμους, με συνεχόμενες στροφές, ανηφόρες και αλλαγές ρυθμού.

Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ακόμη καλύτερα τον κινητήρα της.

Και κυρίως κάτι που δεν περίμενα σε αυτόν τον βαθμό.

Την απίστευτη προθυμία του να τραβά από πολύ χαμηλές στροφές.

Ένας κινητήρας από μια άλλη εποχή

Έχω οδηγήσει και είχα στην κατοχή μου αρκετές μοτοσυκλέτες όλα αυτά τα χρόνια.

Μικρές, μεγάλες, μονοκύλινδρες, δικύλινδρες, σύγχρονες και παλιότερες.

Έχω επίσης ζήσει με αρκετούς κινητήρες που φημίζονται για τη ροπή τους.

Αλλά αυτός ο μικρός, σχετικά ταπεινός V2 της Moto Guzzi έχει κάτι ιδιαίτερο.

Σχεδόν από το ρελαντί αισθάνεσαι ότι υπάρχει δύναμη διαθέσιμη.

Αυτό το κατάλαβα καλά κατά το ανέβασμα στην Πεντέλη.

Με έκτη ταχύτητα και περίπου 3.000 στροφές, ο κινητήρας συνέχιζε να τραβά χωρίς διαμαρτυρίες.

Όχι μόνο διατηρούσε την ταχύτητα, αλλά μπορούσε και να επιταχύνει χωρίς να χρειαστεί κατέβασμα.

Αυτή είναι μια συμπεριφορά που δεν συναντάς συχνά σε κινητήρα τέτοιου κυβισμού και ισχύος.

Και με έκανε να αρχίσω να ψάχνω περισσότερο τη μηχανολογική πλευρά του.

Η V7 II ανήκει στην παλιότερη γενιά των μικρών Moto Guzzi, τη λεγόμενη Small Block, μια οικογένεια κινητήρων που έχει τις ρίζες της στις V35 και V50 της δεκαετίας του ’70.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου κινητήρα είναι οι κυλινδροκεφαλές τύπου Heron, μια σχεδίαση που ακολουθεί αρκετά διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη των περισσότερων σύγχρονων κινητήρων.

Στους συνηθισμένους τετράχρονους βενζινοκινητήρες, ο θάλαμος καύσης σχηματίζεται κυρίως μέσα στην κυλινδροκεφαλή. Εκεί βρίσκονται οι βαλβίδες, το μπουζί και ο χώρος όπου συμπιέζεται και αναφλέγεται το μείγμα αέρα και καυσίμου.

Στην κεφαλή Heron, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Η κάτω επιφάνεια της κυλινδροκεφαλής είναι σχεδόν επίπεδη και ο θάλαμος καύσης σχηματίζεται μέσα σε μια κοιλότητα στην κορυφή του πιστονιού.

Οι δύο βαλβίδες, εισαγωγής και εξαγωγής, βρίσκονται στην κεφαλή και είναι παράλληλες μεταξύ τους.

Καθώς το πιστόνι ανεβαίνει και πλησιάζει στο Άνω Νεκρό Σημείο, το μείγμα που βρίσκεται ανάμεσα στις επίπεδες επιφάνειες της κεφαλής και του πιστονιού εξαναγκάζεται να κινηθεί προς την κοιλότητα του θαλάμου καύσης.

Αυτή η διαδικασία δημιουργεί έντονη ανατάραξη του μείγματος, ένα φαινόμενο γνωστό ως squish, που βοηθά την αποτελεσματικότερη καύση.

Πρόκειται για μια σχετικά απλή κατασκευαστικά λύση, με αρκετά πλεονεκτήματα αλλά και ορισμένους περιορισμούς.

Η γεωμετρία των παράλληλων βαλβίδων και των αυλών εισαγωγής και εξαγωγής δεν προσφέρει την ίδια ελευθερία σχεδιασμού με μια σύγχρονη κεφαλή πολλαπλών βαλβίδων. Αυτό μπορεί να περιορίσει την αναπνοή του κινητήρα στις υψηλές στροφές και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα παραγωγής μεγάλης ιπποδύναμης.

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για την ιδανική αρχιτεκτονική αν στόχος είναι να κατασκευάσεις έναν κινητήρα που θα ανεβάζει δέκα ή δώδεκα χιλιάδες στροφές.

Αλλά ο συγκεκριμένος κινητήρας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο.

Και εδώ τα τεχνικά χαρακτηριστικά αρχίζουν να αποκτούν ενδιαφέρον.

Η V7 II αποδίδει τη μέγιστη ονομαστική ροπή της, περίπου 60 Nm, στις μόλις 2.800 στροφές.

Η μεταγενέστερη V7 III, με τις επανασχεδιασμένες κυλινδροκεφαλές και τον διαφορετικό θάλαμο καύσης, αποδίδει την ίδια μέγιστη ροπή στις 4.900 στροφές.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η νεότερη έχει λιγότερη ροπή σε ολόκληρο το χαμηλό φάσμα λειτουργίας. Για να διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο θα χρειαζόμασταν συγκρίσιμες καμπύλες δυναμομέτρησης.

Δείχνει όμως ότι η εξέλιξη του κινητήρα ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση, με στόχο, μεταξύ άλλων, την καλύτερη απόδοση στις υψηλότερες στροφές.

Και κάπου εδώ αρχίζω να καταλαβαίνω καλύτερα γιατί οι δύο γενιές μου έδωσαν τόσο διαφορετική αίσθηση.

Βέβαια, θα ήταν υπερβολικά απλοϊκό να αποδώσουμε όλη αυτή τη συμπεριφορά αποκλειστικά στις κεφαλές Heron.

Ο τρόπος που αποδίδει ένας κινητήρας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Τον χρονισμό των βαλβίδων, τη γεωμετρία της εισαγωγής και της εξαγωγής, τη χαρτογράφηση του ψεκασμού, τη σχέση συμπίεσης, αλλά και την κλιμάκωση της μετάδοσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας που φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην αίσθηση που εισπράττει ο αναβάτης.

Η αδράνεια των περιστρεφόμενων μερών του κινητήρα.

Ο στρόφαλος και το βολάν αποθηκεύουν κινητική ενέργεια όσο περιστρέφονται.

Όσο μεγαλύτερη είναι η ροπή αδράνειάς τους, τόσο περισσότερο αντιστέκονται στις απότομες μεταβολές της ταχύτητας περιστροφής τους.

Αυτό μπορεί να βοηθήσει έναν κινητήρα να διατηρεί πιο ομαλή λειτουργία όταν μεταβάλλεται το φορτίο, ειδικά στις πολύ χαμηλές στροφές.

Δεν σημαίνει ότι παράγεται περισσότερη ροπή.

Το βαρύ βολάν δεν δημιουργεί δύναμη από το πουθενά.

Μπορεί όμως να αποθηκεύει και να αποδίδει κινητική ενέργεια, περιορίζοντας τις απότομες μεταβολές των στροφών.

Και αυτή είναι μια διαφορά που μπορεί να γίνει ιδιαίτερα αισθητή στην οδήγηση.

Ειδικά όταν προσπαθείς να κινηθείς με μεγάλη σχέση στο κιβώτιο, χαμηλές στροφές και σχετικά μικρό άνοιγμα του γκαζιού.

Η αδράνεια των περιστρεφόμενων μερών, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά απόδοσης του κινητήρα, φαίνεται να συμβάλλει σε αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση που εισπράττω από τη V7 II.

Ένας κινητήρας που δεν βιάζεται να ανεβάσει στροφές, αλλά δεν δείχνει και ιδιαίτερη διάθεση να σταματήσει να τραβά.

Βέβαια, εδώ χρειάζεται να διαχωρίσουμε την αίσθηση από τις πραγματικές μετρήσεις.

Η μεγάλη αδράνεια δεν δημιουργεί από μόνη της περισσότερη ροπή. Μπορεί όμως να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ο αναβάτης αντιλαμβάνεται τη λειτουργία του κινητήρα, ειδικά σε πολύ χαμηλές στροφές.

Και αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι που με εντυπωσιάζει.

Ο τελευταίος των Μοϊκανών; Ίσως.

Έχω οδηγήσει τη νεότερη V7 850.

Έχω οδηγήσει και τη V7 III.

Και είχα στην κατοχή μου τη V85 TT.

Όλες είναι νεότερες, πιο εξελιγμένες και, με διάφορους τρόπους, καλύτερες μοτοσυκλέτες.

Αλλά καμία δεν μου έδωσε ακριβώς αυτή την αίσθηση στο πολύ χαμηλό φάσμα λειτουργίας.

Ακόμη και η BMW R850GS, με τον μεγαλύτερο κινητήρα της, δεν μου δίνει την ίδια εντύπωση αμεσότητας σχεδόν από το ρελαντί.

Ίσως να παίζει ρόλο και το μικρότερο βάρος της V7.

Ίσως η διαφορετική κλιμάκωση της μετάδοσης.

Ίσως ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του παλιού σχεδιαστικά κινητήρα.

Πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών.

Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ στα χαρτιά οι νεότερες γενιές έχουν βελτιωθεί σχεδόν σε κάθε τομέα, η παλιότερη εξακολουθεί να προσφέρει κάτι που προσωπικά βρίσκω περισσότερο ελκυστικό.

Δεν είναι τόσο η απόλυτη απόδοση.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή φτάνει στον πίσω τροχό.

Η αίσθηση ότι μπορείς να ανοίξεις το γκάζι σχεδόν από το ρελαντί και ο κινητήρας θα ανταποκριθεί χωρίς να χρειαστεί να ανεβάσεις ιδιαίτερα τις στροφές.

Το χαρακτηριστικό κούνημα της μοτοσυκλέτας όταν δίνεις μια ξερογκαζιά, το οποίο το κράτησαν και στις επόμενες γενιές.

Η αίσθηση των μηχανικών μερών που λειτουργούν κάτω από το ρεζερβουάρ.

Όλα αυτά που ένας σύγχρονος σχεδιασμός ενδεχομένως θα προσπαθούσε να περιορίσει, εδώ αποτελούν σημαντικό μέρος της εμπειρίας.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι που με γοητεύει.

Η V7 II δεν προσπαθεί να σου δώσει την εντύπωση ενός απόλυτα πολιτισμένου μηχανικού συνόλου.

Αντίθετα, σου υπενθυμίζει συνεχώς ότι οδηγείς μια μηχανή εσωτερικής καύσης, με όλα τα μηχανικά χαρακτηριστικά, τις αντιδράσεις και τις ιδιοτροπίες της.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας παλιάς σχολής κινητήρων, αλλά έτσι μου δίνει την αίσθηση.

Σαν έναν μικρό «τελευταίο των Μοϊκανών».

Ένα μικρό τρακτέρ με δύο κυλίνδρους σε διάταξη V και έναν αετό στο ρεζερβουάρ.

Και κάπου εδώ αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί μου άρεσε τόσο πολύ το 2015.

Η εξέλιξη των μοτοσυκλετών είναι αναμφισβήτητη.

Οι σύγχρονοι κινητήρες είναι αποδοτικότεροι, καθαρότεροι, συχνά ισχυρότεροι και σχεδόν πάντα πιο πολιτισμένοι στη λειτουργία τους.

Τα χειριστήρια γίνονται ελαφρύτερα, οι ψεκασμοί πιο ακριβείς, οι κραδασμοί περιορίζονται.

Και όλα αυτά είναι σημαντικά.

Αλλά μαζί με τις ατέλειες, μερικές φορές χάνεται και ένα μέρος από τον χαρακτήρα που έκανε ορισμένες μοτοσυκλέτες ξεχωριστές.

Η V7 II δεν είναι καλύτερη από τις νεότερες εκδόσεις της επειδή είναι παλιότερη.

Δεν είναι καν καλύτερη σε όλους τους τομείς.

Είναι όμως διαφορετική.

Και σε κάποια πράγματα αυτή η διαφορετικότητα μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που αναζητάς.

Η αίσθηση του κινητήρα, το τράβηγμα χαμηλά, το κούνημα όταν ανοίγεις απότομα το γκάζι, η μηχανική της λειτουργία.

Ακόμη και το γεγονός ότι δεν είναι ιδιαίτερα εύχρηστη μέσα στην πόλη.

Όλα αποτελούν κομμάτια του ίδιου χαρακτήρα.

Είναι μια μοτοσυκλέτα που απαιτεί συμμετοχή.

Δεν την οδηγείς απλώς.

Πρέπει να μάθεις τον τρόπο της.

Και αυτό, τουλάχιστον για εμένα, έχει το δικό του ενδιαφέρον.

Φυσικά, η συμβίωση δεν ξεκινά χωρίς κάποιες εκκρεμότητες.

Τα όργανα χρειάζονται προσοχή.

Οι δύο LCD οθόνες έχουν ταλαιπωρηθεί από τον ήλιο τόσο πολύ ώστε η ανάγνωση των ενδείξεων είναι δύσκολη.

Τα κρύσταλλα έχουν θολώσει και θα προσπαθήσω αρχικά να τα επαναφέρω με κατάλληλο γυάλισμα.

Οι μικρές πορτοκαλί ενδεικτικές λυχνίες έχουν επίσης πρόβλημα.

Οι ίδιες λειτουργούν, αλλά τα πλαστικά περιβλήματά τους έχουν ξεραθεί και σπάσει από τον ήλιο, με αποτέλεσμα να μη συγκρατούνται σωστά στις θέσεις τους.

Υπάρχει ακόμη ένα θέμα με τον διακόπτη για το σινιάλο των μεγάλων φώτων.

Τα μεγάλα φώτα λειτουργούν κανονικά, αλλά ο στιγμιαίος διακόπτης δεν ανταποκρίνεται.

Ίσως χρειάζεται απλώς καθάρισμα.

Από εκεί και πέρα υπάρχουν τα μικρά αισθητικά σημάδια που είχε εντοπίσει και ο Γιάννης.

Οι λαιμοί των εξατμίσεων και η πίσω ζάντα θα χρειαστούν κάποια στιγμή την προσοχή μου.

Για τις LCD οθόνες έχω ήδη εντοπίσει έναν τεχνικό στο Περιστέρι και θα δω αν μπορούν να αντικατασταθούν χωρίς να χρειαστεί να αγοράσω ολόκληρα όργανα.

Άλλωστε, δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει καινούργια.

Χρειάζεται να είναι σωστή μηχανικά, ασφαλής και όσο γίνεται περιποιημένη.

Τα υπόλοιπα είναι μέρος της ιστορίας της.

Τη Δευτέρα ήρθε η στιγμή για την πρώτη πραγματικά καθημερινή δοκιμή.

Η διαδρομή προς τη δουλειά.

Χωρίς ιδιαίτερο προορισμό, χωρίς εκδρομική διάθεση, χωρίς ανοιχτούς δρόμους.

Απλώς η γνωστή καθημερινή μετακίνηση.

Και εκεί η V7 συνέχισε να με εκπλήσσει.

Ο κινητήρας, όταν είναι κρύος, χρειάζεται λίγο χρόνο για να έρθει στα καλά του.

Αλλά από τη στιγμή που αρχίζει να συνεργάζεται, η δύναμη που διαθέτει από πολύ χαμηλά είναι εντυπωσιακή.

Σε αρκετές περιπτώσεις μπορούσα να κινηθώ σχεδόν χωρίς γκάζι, χρησιμοποιώντας προσεκτικά τον συμπλέκτη.

Ανεβάζοντας ταχύτητες και αφήνοντας τη μοτοσυκλέτα να προχωρά με την ορμή και τη ροπή του κινητήρα.

Από την άλλη, κάθε σταμάτα-ξεκίνα μού υπενθύμιζε ότι ο συμπλέκτης δεν είναι από τους ελαφρύτερους που έχω χρησιμοποιήσει.

Η Guzzi έχει έναν παράξενο τρόπο να σου δίνει κάτι με το ένα χέρι και να σου το παίρνει με το άλλο.

Σου χαρίζει ένα μοτέρ που τραβά σαν μικρό τρακτέρ, αλλά απαιτεί να δουλέψεις αρκετά για να το εκμεταλλευτείς στην κίνηση.

Και μάλλον κάπως έτσι θα είναι η καθημερινή μας συμβίωση.

Με λίγη προσπάθεια, λίγη γκρίνια και αρκετή απόλαυση.

Και τελικά, τι είναι αυτή η Moto Guzzi;

Έπειτα από το ταξίδι της επιστροφής, τις πρώτες μετακινήσεις μέσα στην πόλη, τη βόλτα στην Πεντέλη και την πρώτη ημέρα στη δουλειά, αρχίζω να σχηματίζω μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.

Η Moto Guzzi V7 II Special δεν είναι μια ιδιαίτερα γρήγορη μοτοσυκλέτα με τα σημερινά δεδομένα.

Δεν έχει εντυπωσιακή ιπποδύναμη.

Δεν προσφέρει την ευκολία μιας σύγχρονης κατασκευής.

Ο συμπλέκτης είναι βαρύς, τα χειριστήρια απαιτούν δύναμη και η λειτουργία του κινητήρα δεν είναι αυτό που θα χαρακτήριζε κανείς μεταξένια.

Αλλά έχει κάτι που δεν μπορείς να μετρήσεις εύκολα.

Χαρακτήρα.

Και ξέρω ότι αυτή η λέξη χρησιμοποιείται πολύ συχνά όταν προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τις ατέλειες μιας μοτοσυκλέτας.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως νομίζω ότι περιγράφει κάτι πραγματικό.

Η V7 II έχει έναν κινητήρα που λειτουργεί με τον δικό του τρόπο.

Τραβά από χαμηλά, αντιδρά στις γκαζιές, παράγει τους δικούς του μηχανικούς ήχους και δεν προσπαθεί να απομονώσει τον αναβάτη από όσα συμβαίνουν μέσα του.

Στις στροφές είναι ελαφριά και ευχάριστη.

Στον ανοιχτό δρόμο μπορεί να ταξιδέψει με αξιοπρεπέστατες ταχύτητες.

Στην πόλη όμως σε κουράζει περισσότερο από όσο θα περίμενες.

Είναι γεμάτη αντιφάσεις.

Και ίσως γι’ αυτό έχει τόσο ενδιαφέρον.

Δεν ξέρω ακόμη αν θα αποδειχθεί μια μοτοσυκλέτα με την οποία θα θελήσω να ζήσω για πολλά χρόνια.

Είναι πολύ νωρίς για τέτοιες αποφάσεις.

Ξέρω όμως ότι, έντεκα χρόνια μετά την πρώτη μας γνωριμία, αισθάνομαι πως τελικά άξιζε να περιμένω.

Και καθώς τη βλέπω παρκαρισμένη, με το μπλε ρεζερβουάρ της να γυαλίζει στον ήλιο, σκέφτομαι πόσο παράξενα είναι μερικές φορές τα πράγματα.

Μια μοτοσυκλέτα που ήθελα το 2015.

Μια αγορά που δεν έγινε τότε.

Μια δεύτερη ευκαιρία που χάθηκε με τη V7 850.

Ένας διαδικτυακός φίλος που πήγε να δει ένα μηχανάκι για λογαριασμό μου.

Ένα πρωινό τρένο για την Κατερίνη.

Ένας καφές στον Πλαταμώνα.

Μια στάση στα Τέμπη.

Ένας εκκεντρικός καφετζής στη Στυλίδα.

Και μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα αργότερα, μια Ιταλίδα αραγμένη κάτω από το σπίτι.

Όχι η πιο σύγχρονη.

Όχι η πιο γρήγορη.

Ούτε καν η πιο εύκολη.

Αλλά σίγουρα μια μοτοσυκλέτα με τη δική της προσωπικότητα.

Και αυτό είναι κάτι που, όσο περνούν τα χρόνια, εκτιμώ όλο και περισσότερο.

Η Guzzi είναι εδώ για έναν διαφορετικό λόγο.

Και αυτόν τον λόγο μόλις αρχίζουμε να τον ανακαλύπτουμε.

Συνεχίζεται …

Ψάχνοντας το χαμένο mojo

Υπάρχουν ταξίδια που τα σχεδιάζεις για μήνες.

Χάρτες, διαδρομές, στάσεις, ξενοδοχεία, χιλιόμετρα, καύσιμα. Ξέρεις σχεδόν πού θα βρίσκεσαι κάθε ώρα της ημέρας.

Και υπάρχουν κι εκείνα που ξεκινούν κάπως πρόχειρα, αλλάζουν στην πορεία, παίρνουν άλλον δρόμο από αυτόν που είχες σχεδιάσει και τελικά σε πηγαίνουν πολύ πιο μακριά από εκεί που περίμενες.

Αυτό ήταν ένα από αυτά.

Και ίσως, τελικά, ο πραγματικός προορισμός να μην ήταν ούτε το Μουζάκι, ούτε η Αργιθέα, ούτε τα Γρεβενά.

Ίσως να ήταν κάτι που είχα χάσει κάπου στην πορεία το τελευταίο διάστημα.

Το mojo μου.


Κάπου το είχα χάσει

Είχα πολύ καιρό να κάνω μια πραγματική βόλτα με τη μοτοσυκλέτα.

Όχι επειδή σταμάτησαν να μου αρέσουν οι μοτοσυκλέτες. Ούτε επειδή αποφάσισα ότι δεν θέλω πλέον να ταξιδεύω.

Απλώς η ζωή αλλάζει.

Οι παρέες αλλάζουν. Οι άνθρωποι απομακρύνονται. Οι υποχρεώσεις μεγαλώνουν. Η οικογένεια έχει τις ανάγκες της, η καθημερινότητα τις απαιτήσεις της και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά αρχίζεις να αφήνεις κάποια πράγματα για «κάποια άλλη στιγμή».

Και το ταξίδι με τη μοτοσυκλέτα έμενε συνεχώς για αργότερα.

Μόνο που κάποια στιγμή άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήταν πραγματικά θέμα χρόνου.

Γιατί μαζί με τον χρόνο έμοιαζε να έχει χαθεί και η διάθεση.

Εκείνο το συναίσθημα που κάποτε με έκανε να κοιτάζω έναν δρόμο στον χάρτη και να θέλω απλώς να δω πού βγάζει.

Κάπου το είχα χάσει.

Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Μέχρι που ο μεγάλος μου γιος γύρισε με άδεια από τον στρατό για λίγες ημέρες και ξαφνικά δημιουργήθηκε ένα μικρό παράθυρο ελευθερίας.

Δύο ημέρες.

Αρκετές.


«Μέσα. Πάμε και βλέπουμε.»

Το αρχικό σχέδιο ήταν απλό.

Θα έφευγα με το Bullet για ένα διήμερο. Το ανακοίνωσα στον φίλο μου τον Θανάση και μία ημέρα πριν την αναχώρηση ήρθε η απάντηση:

«ΟΚ. Μέσα. Πάμε και βλέπουμε.»

Κάπως έτσι απέκτησα συνταξιδευτή.

Ο Θανάσης με μια Vespa, εγώ με το Royal Enfield Bullet 350.

Θα μπορούσα να πάρω το BMW GS.

Δεν το έκανα.

Ήθελα να μπορούμε να συνταξιδεύουμε και όχι ο ένας να περιμένει συνεχώς τον άλλον.

Βέβαια, εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι μάλλον εγώ θα ήμουν αυτός που θα προσπαθούσε να ακολουθήσει τη Vespa.

Την ιστορία που ακολουθεί δεν την ήξερα όταν έφευγα. Μου την είπε η γυναίκα μου όταν γύρισα.

Λίγο μετά την αναχώρησή μου, ο μεγάλος μου γιος τη ρώτησε:

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο σύντομη περιγραφή του Bullet 350.

Και το χειρότερο είναι ότι λίγες ώρες αργότερα, όταν θα έβλεπα τα 110 να γίνονται 100, μετά 90 και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη λιγότερα, θα άρχιζα να σκέφτομαι κάτι αντίστοιχο χωρίς να ξέρω την παραπάνω στιχομυθία .

Το πρωινό της αναχώρησης ξεκίνησε όπως ξεκινούν συνήθως οι μεγάλες περιπέτειες ενός οικογενειάρχη: ξύπνημα νωρίς, πρωινό, βόλτα τον σκύλο και μετά επιτέλους κράνος, μπουφάν και μηχανή.

Συνάντηση έξω από το σπίτι του Θανάση, πρώτη στάση για να γεμίσω το Bullet και φύγαμε.


Μήπως τελικά δεν θέλω να είμαι εδώ;

Στην Εθνική, όμως, κάτι δεν μου άρεσε.

Το Bullet μού φαινόταν νωθρό. Δεν τραβούσε όπως περίμενα. Δεν είχε τη ζωντάνια που νόμιζα ότι έπρεπε να έχει.

Δεν είχα υπολογίσει ιδιαίτερα τον δυνατό κόντρα αέρα εκείνης της ημέρας.

Φυσικά, όταν κάτι δεν μας κάθεται καλά, πρώτα φταίει η μηχανή.

Σε μία από τις πρώτες στάσεις αποφάσισα ότι κάτι πρέπει να συμβαίνει με τη βενζίνη. Αγόρασα ένα πρόσθετο Red Line και έριξα περίπου το μισό σε ένα γεμάτο ρεζερβουάρ.

Ο Θανάσης έκανε το τσιγάρο του, με κοίταξε και μου έδωσε ίσως την καλύτερη συμβουλή ολόκληρου του ταξιδιού:

«Σταμάτα να οδηγείς το Bullet σαν να οδηγείς το BMW. Οδήγησέ το σαν Bullet.»

Και είχε δίκιο.

Μάλλον περίμενα από το μικρό μονοκύλινδρο περισσότερα απ’ όσα είχε υποσχεθεί ποτέ ότι μπορεί να δώσει.

Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Μέχρι περίπου τη Θήβα, αν πρέπει να είμαι ειλικρινής, είχα ξενερώσει τελείως.

Ζεσταινόμουν.

Το μπουφάν μού φαινόταν άβολο.

Ο αέρας με χτυπούσε.

Το κράνος είχε θόρυβο.

Το μηχανάκι δεν πήγαινε όσο γρήγορα ήθελα.

Κάθε ανηφόρα μού θύμιζε ότι έχω 350 κυβικά και 20 άλογα.

Όλα μου έφταιγαν.

Και κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου ακόμη και το:

«Τι κάνω εδώ; Μήπως να γυρίσω σπίτι;»

Ίσως αυτό να ήταν τελικά το σημαντικότερο σημείο ολόκληρου του ταξιδιού.

Γιατί αυτό που κάποτε με γέμιζε, τώρα φαινόταν να μη μου προσφέρει τίποτα.

Και αναρωτήθηκα σοβαρά αν το είχα χάσει.


Να μάθεις να οδηγείς αυτό που έχεις

Στον καινούργιο δρόμο προς τα βόρεια οι μεγάλες, παρατεταμένες ανηφόρες άρχισαν να ξεκαθαρίζουν γρήγορα τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το Bullet.

Στα 100 km/h ταξιδεύει όμορφα.

Στα 110 αρχίζεις να του ζητάς αρκετά.

Και όταν εμφανιστεί μια μεγάλη ανηφόρα, τα 110 γίνονται 100. Μετά 90. Κατεβάζεις τετάρτη.

Και αν χρειαστεί, τρίτη.

Σε μία μεγάλη ανηφόρα βρέθηκα με τρίτη περίπου στις 5.500 στροφές, προσπαθώντας να κρατήσω έναν αξιοπρεπή ρυθμό, με φορτηγά μπροστά και πίσω.

Εκεί η έλλειψη δύναμης δεν ήταν θεωρητική.

Ήταν μπροστά μου.

Από την άλλη όμως συνέβαινε κάτι περίεργο.

Δεν είχε κραδασμούς που να με ενοχλούν. Δεν μουδιάζανε χέρια και πόδια. Δεν κουνιόταν από τον αέρα. Ήταν απόλυτα σταθερό.

Σαν να μου έλεγε:

«Δεν θα πάω όσο γρήγορα θέλεις. Αλλά όσο πάω, θα πάω μια χαρά.»

Και κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω κάτι.

Δεν έπρεπε να αλλάξει το Bullet.

Έπρεπε να αλλάξω εγώ.

Να αποδεχτώ τους περιορισμούς του, να τους κάνω μέρος της διαδρομής και να βρω τον ρυθμό που του ταιριάζει.


Ο δρόμος αρχίζει να δουλεύει

Μετά από λίγες στάσεις και λίγο κουβεντολόι άρχισε σιγά σιγά να συμβαίνει αυτό που ήλπιζα.

Ο δρόμος, το Bullet, η Vespa, ο Θανάσης.

Άρχισαν να με βάζουν ξανά στο mood.

Οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να αραιώνουν.

Κάπου κοντά στο Μαρτίνο σταματήσαμε σε ένα πάρκινγκ.

Ο Θανάσης είχε μαζί του βραστά αυγά και φρυγανιές, οπότε καθίσαμε και κολατσίσαμε.

Και με την ευκαιρία λάδωσα και την αλυσίδα.

Επόμενη στάση στον σταθμό ανεφοδιασμού στην Αταλάντη, όπου ελέγξαμε το πίσω λάστιχο της Vespa και ανεφοδιάσαμε τις μοτοσυκλέτες μας.

Ο Θανάσης είχε πατήσει ένα καρφί λίγες ημέρες πριν και η πρόχειρη επισκευή που είχε γίνει μάλλον δεν είχε σφραγίσει απόλυτα, οπότε το λάστιχο έχανε λίγο αέρα.

Βάλαμε αέρα, γεμίσαμε καύσιμα και συνεχίσαμε.

Το αρχικό πλάνο ήταν κάπου Μουζάκι, Αργιθέα, Άρτα και κάπου εκεί γύρω για βράδυ.

Στη συνέχεια Καρπενήσι.

Στην πράξη όμως το πρόγραμμα θα άλλαζε εντελώς.

Και ευτυχώς.

Γιατί τα καλύτερα ταξίδια μερικές φορές ξεκινούν ακριβώς τη στιγμή που σταματάς να ακολουθείς το πρόγραμμα.

Τελευταία στάση πριν αφήσουμε πίσω μας την εθνική οδό έγινε στους Σοφάδες όπου κάτσαμε και λίγο να ξεκουραστούμε και να δροσιστούμε

Πήρα κάποια τηλέφωνα.

Ο Γιώργος ήταν στο χωριό του, στο Πανόραμα Γρεβενών.

Ξαφνικά το «πού θα πάμε;» απέκτησε μια πολύ πιο απλή απάντηση.

Θα πάμε να δούμε φίλους.


Ροποτό, Ελάτη και άνθρωποι

Στην Πύλη κάναμε στάση για καφέ και λίγη δροσιά.

Η ζέστη στο κομμάτι Λαμία–Καρδίτσα–Μουζάκι ήταν εξαντλητική και η υγρασία έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Πήρα τηλέφωνο τον Θένο, έναν φίλο που μένει στην Ελάτη και ήθελα πολύ να τον δώ και κανονίσαμε να βρεθούμε

Επόμενη στάση στο Ροποτό, αλλά μέχρι να φτάσουμε παίξαμε λίγο με ένα ρυάκι που μας καλούσε να το διασχίσουμε …

Η γνωστή γερμένη εκκλησία είναι από εκείνα τα πράγματα που οι φωτογραφίες δεν μπορούν πραγματικά να σου εξηγήσουν.

Την βλέπεις και ο εγκέφαλος μπερδεύεται.

Τα μάτια σου λένε ένα πράγμα.

Ο λαβύρινθος του αυτιού σου άλλο.

Το αποτέλεσμα είναι μια περίεργη ζάλη, λες και για λίγα λεπτά κάποιος άλλαξε τους νόμους της φυσικής.

Και κάπου εκεί άρχισα να θυμάμαι.

Αυτό ακριβώς μου είχε λείψει.

Όχι το να φτάσω κάπου.

Το να σταματήσω επειδή είδα κάτι όμορφο.

Στην Ελάτη συναντήσαμε τον δεύτερο Θανάση αυτού του ταξιδιού.

Όχι τον συνταξιδευτή μου με τη Vespa, αλλά έναν φίλο που μένει εκεί και με τον οποίο είχα κανονίσει να βρεθούμε όσο μας επέτρεπαν οι δικές του επαγγελματικές υποχρεώσεις και ο δικός μας δρόμος.

Συναντηθήκαμε στην «Φωλιά των Κυνηγών».
Φτάσαμε πρώτοι, καθίσαμε παραγγείλαμε και τον περιμέναμε.

Δεν είχαμε άπειρο χρόνο στη διάθεσή μας.

Αλλά τελικά δεν χρειάζονται πάντα πολλές ώρες.

Μερικές φορές λίγες κουβέντες με έναν άνθρωπο που έχεις καιρό να δεις είναι αρκετές. Και όταν πρόκειται και για καταπληκτική πάστα ανθρώπου, αυτές οι λίγες κουβέντες έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία.

Πριν φύγουμε, μας πρότεινε να περάσουμε μέσω Χρυσομηλιάς για να βγούμε στον παλιό δρόμο Καλαμπάκας–Γρεβενών.

Και κάπως έτσι συνεχίσαμε.


Τι σημαίνει καλός συνταξιδευτής

Κάπου πριν την Καλαμπάκα προέκυψε μια από εκείνες τις στιγμές που δείχνουν τι σημαίνει πραγματικά να ταξιδεύεις με κάποιον.

Ο Θανάσης είχε αρχίσει να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερα να μείνει κάπου μόνος του.

Να βρει ένα ξενοδοχείο, να κάνει το μπάνιο του, να χαλαρώσει, να έχει τον χώρο του.

Εγώ ήθελα να συνεχίσω για το Πανόραμα.

Οι φίλοι μου θα με φιλοξενούσαν, αλλά για τον Θανάση αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει το πρόγραμμα μιας οικογένειας που δεν γνώριζε.

Σταματήσαμε λίγο πριν την Καλαμπάκα και το συζητήσαμε.

Του είπα ότι τον καταλαβαίνω.

Και εκείνος κατάλαβε εμένα.

Χωρίσαμε.

Εκείνος για Τρίκαλα.

Εγώ για Γρεβενά.

Χωρίς παρεξήγηση.

Χωρίς δράμα.

Χωρίς την παράλογη ιδέα ότι επειδή ξεκινήσαμε μαζί πρέπει να κάνουμε κάθε χιλιόμετρο μαζί.

Για μένα αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά ενός καλού συνταξιδευτή.

Να καταλαβαίνει τις ανάγκες σου και να καταλαβαίνεις τις δικές του.

Να μπορείς να πεις «εγώ θέλω να πάω από εκεί» και ο άλλος να απαντήσει «κανένα πρόβλημα, τα λέμε αύριο».

Η φιλία δεν μετριέται στα χιλιόμετρα που κάνατε κολλημένοι ο ένας πίσω από τον άλλον.

Μερικές φορές αποδεικνύεται ακριβώς όταν οι δρόμοι σας χωρίζουν.


Μόνος με το Bullet

Και τότε συνέβη κάτι ακόμη.

Έφυγε η Vespa από μπροστά μου.

Και μαζί της εξαφανίστηκε μια πίεση που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κουβαλούσα.

Ο Θανάσης δεν μου την είχε δημιουργήσει.

Την είχα δημιουργήσει μόνος μου.

Ήθελα κάπως να αποδείξω ότι το Bullet μπορούσε να ακολουθήσει.

Ότι μπορούσε να ταξιδέψει μαζί με τη Vespa.

Ότι δεν ήταν «λίγο».

Μόλις έμεινα μόνος, σταμάτησα να προσπαθώ να αποδείξω οτιδήποτε.

Και τότε άρχισα πραγματικά να γνωρίζω τη μοτοσυκλέτα μου.

Να καταλαβαίνω πού πονάει.

Πού αισθάνεται άνετα.

Πότε θέλει τετάρτη.

Πότε δεν έχει νόημα να ανοίξεις άλλο το γκάζι.

Ποιος είναι ο δικός της ρυθμός.

Και κυρίως, ποιος είναι ο δικός μας ρυθμός.

Ο καινούργιος δρόμος προς Γρεβενά είχε κι αυτός αρκετές ανηφόρες. Μόνο που τώρα ήταν διαφορετικό.

Δεν υπήρχε πλέον η Vespa μπροστά μου.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να κυνηγήσω ρυθμό.

Και το Bullet άρχισε να μου δείχνει ποιο πραγματικά είναι.


Golden hour

Μετά την Εγνατία βγήκα προς Γρεβενά και Μαυραναίους.

Ορεινό επαρχιακό δίκτυο.

Πράσινο.

Στροφές.

Ο ήλιος χαμηλά.

Golden hour.

Και ξαφνικά το Bullet βρέθηκε εκεί που ανήκει.

Σε αυτούς τους δρόμους είναι υπέροχο.

Ναι, σε μια παρατεταμένη ανηφόρα θα αισθανθείς πάλι ότι λείπει δύναμη.

Αν θέλεις να κινηθείς σβέλτα, θα σου υπενθυμίσει πολύ γρήγορα ότι δεν έχει άλογα για τέτοιου είδους χρήση.

Αν όμως χαλαρώσεις…

Αν σταματήσεις να πολεμάς μαζί του…

Αν βρεις το groove του…

τότε αλλάζουν όλα.

Κρατάει υπέροχα. Είναι προβλέψιμο. Η γεωμετρία του σε γεμίζει εμπιστοσύνη.

Και κάπου εκεί, οδηγώντας μέσα στο πράσινο με το ηλιοβασίλεμα μπροστά, άρχισα επιτέλους να χαμογελάω μέσα στο κράνος.

Σταμάτησα για φωτογραφίες.

Κοίταξα το Bullet.

Black Gold.

Ολοκατάμαυρο, με εκείνες τις μικρές χρυσές πινελιές.

Κούκλα.

Ίσως να μην είναι η καλύτερη ταξιδιωτική μοτοσυκλέτα στον κόσμο.

Αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν ακριβώς η μοτοσυκλέτα που ήθελα να έχω μαζί μου.

Λίγο πριν το Πανόραμα υπήρχαν περίπου πέντε με έξι χιλιόμετρα στρωμένου χωματόδρομου λόγω έργων.

Κανένα πρόβλημα.

Το Bullet πέρασε απροβλημάτιστα.

Η όρθια οδήγηση θέλει δουλειά. Καλύτερα μαρσπιέ, ίσως λίγο ψηλότερο ή διαφορετικό τιμόνι. Τα υπάρχοντα μαρσπιέ δεν είναι φτιαγμένα για να στέκεσαι όρθιος για ώρα και τα πόδια γλιστρούν εύκολα.

Αλλά η μοτοσυκλέτα η ίδια δεν προβληματίστηκε.


Πανόραμα

Μπαίνοντας στο χωριό, τρία παγκάκια με ηλικιωμένους ανθρώπους να κάθονται και να χαζεύουν τη θέα.

Και εκεί συνάντησα τον επόμενο άνθρωπο που θα έφερνε αυτό το ταξίδι ξανά μπροστά μου.

Τον Τάκη.

Η γνωριμία μας πηγαίνει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και στα χρόνια μου στην Αμερική.

Ήταν ξάδερφος του φίλου μου του Γιώργου και για ένα διάστημα ήταν και το αφεντικό μου, μιας και δούλευα στην πιτσαρία του.

Με τον Τάκη γνωριστήκαμε καλά τότε.

Δουλέψαμε μαζί, βγαίναμε, μιλούσαμε, περάσαμε όμορφες στιγμές σε μια εποχή της ζωής μου που σήμερα μοιάζει πολύ μακρινή και ταυτόχρονα παράξενα κοντινή.

Χαιρετισμός.

Αγκαλιά.

Και αμέσως τα πειράγματα.

«Πώς αντέχεις με κράνος, μπουφάν, παντελόνια και μπότες μέσα στο καλοκαίρι;»

Από εκεί συνέχισα για το σπίτι του Γιώργου.

Και εδώ τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά.

Γιατί ο Γιώργος δεν είναι απλώς ένας παλιός φίλος.

Γνωριστήκαμε στην Αμερική ως συμφοιτητές στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και από τότε η σχέση μας κατάφερε να επιβιώσει από αποστάσεις, χώρες, δουλειές, οικογένειες και όλες εκείνες τις αλλαγές που φέρνει η ζωή.

Περάσαμε πολλά μαζί.

Και κάπου στην πορεία η φιλία έπαψε να είναι απλώς φιλία και έγινε κάτι περισσότεροι, έγινε αδελφική.

Ίσως γι’ αυτό και το γεγονός ότι έχω βαφτίσει τον μικρό του γιο να μου φαίνεται σήμερα τόσο φυσικό.

Φτάνοντας λοιπόν στο σπίτι, δεν αισθάνθηκα σαν επισκέπτης.

Ο Γιώργος.

Το βαφτιστήρι μου.

Ο μεγάλος του γιος.

Η μητέρα του.

Ο πατέρας του.

Και η Αριστέα, η μικρότερη αδερφή του Γιώργου.

Με την Αριστέα επίσης έχουμε μοιραστεί πολλά όλα αυτά τα χρόνια και κάθε φορά που βρισκόμαστε η κουβέντα ξαναπιάνει σχεδόν από εκεί που είχε μείνει.

Άνθρωποι που μπορεί η απόσταση και η καθημερινότητα να μη σε αφήνουν να βλέπεις όσο συχνά θα ήθελες.

Αλλά άνθρωποι που, όταν τους ξανασυναντάς, δεν χρειάζεται να ξαναχτίσεις τίποτα.

Είναι ήδη εκεί.

Σαν να γύρισες σπίτι.

Κάποια στιγμή ήρθε ξανά και ο Τάκης στην παρέα για λίγο.

Και κάπως έτσι, με τον Γιώργο και την Αριστέα, φτάσαμε 3:30 το πρωί να λέμε ιστορίες, να θυμόμαστε καταστάσεις από δεκαετίες πριν, να γελάμε με πράγματα που ίσως μόνο εμείς μπορούσαμε πλέον να καταλάβουμε.

Και κάπου εκεί κατάλαβα ακόμη ένα πράγμα.

Το ταξίδι δεν είναι μόνο δρόμος.

Είναι και οι άνθρωποι στους οποίους σε πηγαίνει.

Και μερικές φορές λίγες ώρες με ανθρώπους που αποτελούν κομμάτι της ζωής σου μπορούν να σου επιστρέψουν κομμάτια του εαυτού σου που δεν είχες καταλάβει ότι σου έλειπαν.


Τρεις ώρες ύπνος και παγωμένο νερό

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7.

Ελάχιστος ύπνος.

Σηκώθηκα και αποφάσισα να κάνω μπάνιο με κρύο νερό, επειδή βαριόμουν να ανάψω θερμοσίφωνα.

Λάθος.

Στο Πανόραμα το «κρύο νερό» δεν είναι ακριβώς κρύο.

Είναι παγωμένο.

Ξυπνάς.

Ολόκληρος.

Και, για να γίνει το ξύπνημα ακόμη πιο αποτελεσματικό, ήρθε κι ένα γλίστρημα στην μπανιέρα.

Ευτυχώς αποδείχθηκε ανώδυνο, αν εξαιρέσεις τον πόνο στα πλευρά τη στιγμή της πτώσης.

Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί πολύ άσχημα όλο αυτό.

Το βράδυ, παρότι Αύγουστος, είχαμε κοιμηθεί με κουβέρτα. Αλλά στα 1100 μέτρα υψόμετρο η δροσιά στο χωριό ήταν σχεδόν απίστευτη σε σχέση με τη ζέστη που είχαμε φάει λίγες ώρες νωρίτερα.

Ξύπνησα και τον Γιώργο.

Καφές.

Μετά σηκώθηκε και η μητέρα του και έφτιαξε ένα καταπληκτικό πρωινό: αυγά, τοστ, κέικ, φρυγανιές και σπιτική μαρμελάδα.

Από εκείνα τα πρωινά που δεν θέλεις να τελειώσουν.

Με καλή παρέα και κουβέντα.

Αλλά η ώρα περνούσε.

Και ο Θανάσης με περίμενε.


Ξανά μαζί

Κατηφόρισα προς Τρίκαλα και τελικά συναντηθήκαμε στο Μουζάκι.

Τον πέτυχα σχεδόν κατευθείαν σε ένα καφέ.

Πάρκαρα, ήπια στα γρήγορα έναν μονό σκέτο espresso, όσο χρειαζόταν για να ανοίξει λίγο περισσότερο το μάτι, γεμίσαμε τις μηχανές και ξεκινήσαμε.

Ο επόμενος ανεφοδιασμός θα ήταν κοντά στην Άρτα.

Μπροστά μας ο Τύμπανος και η Αργιθέα.

Και τώρα πια το Bullet και εγώ μιλούσαμε την ίδια γλώσσα.

Ανεβαίναμε.

Και ανεβαίναμε.

Και ανεβαίναμε.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν με ενοχλούσε τίποτα.

Γιατί ο δρόμος δεν ζητούσε υψηλές ταχύτητες.

Ζητούσε ρυθμό.

Σε έναν στενό ορεινό δρόμο, με στροφές και συνεχείς αλλαγές υψομέτρου, η δύναμη του Bullet ήταν αρκετή.

Και περίσσευε.

Εκεί κατάλαβα ακριβώς πού βρίσκεται το πρόβλημα αυτής της μοτοσυκλέτας.

Δεν είναι οι ορεινοί δρόμοι.

Δεν είναι οι στροφές.

Δεν είναι οι κακοί επαρχιακοί δρόμοι.

Είναι οι δρόμοι που σου επιτρέπουν να πας πραγματικά γρήγορα.

Εκεί τα περίπου 20 άλογα φαίνονται λίγα.

Στην Αργιθέα όμως;

Εκεί ήταν σπίτι του.


Γέφυρα Πετρωτού, Γέφυρα Κοράκου και σκοτεινά τούνελ

Περάσαμε την παλιά μεταλλική γέφυρα στο Πετρωτό.

Την τελευταία φορά που είχα περάσει, τα ξύλινα δοκάρια ήταν αρκετά ταλαιπωρημένα. Τώρα έχουν τοποθετηθεί λαμαρίνες.

Σίγουρα πιο ασφαλές.

Ίσως λίγο λιγότερο γοητευτικό.

Δίπλα, το παλιό πέτρινο γεφύρι.

Μετά τα παλιά τούνελ της Αργιθέας.

Σκαμμένα μέσα στο βουνό, χωρίς φωτισμό, με νερά να στάζουν.

Σκοτεινά.

Υγρά.

Υπέροχα.

Από εκείνα τα σημεία που δεν χρειάζονται αξιοθέατο.

Ο ίδιος ο δρόμος είναι το αξιοθέατο.

Στη γέφυρα του Κοράκου σκέφτηκα να σταματήσουμε για φαγητό.

Ο Θανάσης είχε άλλη άποψη:

«Αν φάμε τώρα, δεν θα βγάλουμε τη διαδρομή.»

Είχε δίκιο.

Και συνεχίσαμε προς Άρτα.

Στον δρόμο, ακόμη και σε πιο γρήγορα κομμάτια, το Bullet δεν ένιωθε έξω από τα νερά του.

Μόνο όταν ο Θανάσης με τη Vespa άνοιγε περισσότερο ρυθμό φαινόταν καθαρά η διαφορά δύναμης.

Πολύ όμορφη διαδρομή και πρώτη φορά που την περνούσα μέρα.

Και πραγματικά την απόλαυσα.

Την προηγούμενη φορά την είχα περάσει νύχτα, χωρίς φεγγάρι, με το Royal Enfield Himalayan 410 που είχα τότε και με είχε δυσκολέψει απίστευτα.

Δεν έλεγε να τελειώσει.

Τώρα, αντιθέτως, παρακαλούσα να μην τελειώσει.

Ίδιος δρόμος.

Άλλη ώρα.

Άλλη μοτοσυκλέτα.

Ίσως κι άλλος άνθρωπος πάνω στη σέλα.


Βροχή και ρυζόγαλο

Από την Άρτα μπήκαμε στην Ιόνια Οδό προς Αμφιλοχία.

Στην αρχή μερικές ψιχάλες.

Μετά περισσότερες.

Και όταν μπήκαμε στον σταθμό ανεφοδιασμού της Αμφιλοχίας, άνοιξαν οι ουρανοί.

Καταιγίδα.

Αέρας.

Βροχή που δεν έπεφτε πλέον από πάνω προς τα κάτω αλλά ερχόταν σχεδόν οριζόντια.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να το παίξουμε ήρωες.

Καφές.

Και για μένα ένα ρυζόγαλο.

Δεν είχαμε φάει τίποτα ουσιαστικό από το πρωί και κάπου έπρεπε να βρεθεί ενέργεια.

Καθίσαμε και περιμέναμε.

Όπως κάνεις σε ένα ταξίδι όταν αποδέχεσαι ότι μερικά πράγματα δεν τα ελέγχεις.

Όταν η βροχή κόπασε, ξαναφύγαμε.

Μετά τη βροχή ήρθε ίσως κάτι χειρότερο.

Η ζέστη του κάμπου μαζί με την υγρασία.

Αγρίνιο, Αιτωλικό, Μεσολόγγι.

Ένιωθες ότι δεν μπορούσες να αναπνεύσεις.

Στο Μεσολόγγι αφήσαμε την Εθνική και μπήκαμε στον παλιό δρόμο.


Το παγωμένο νερό στο Περιθώρι

Στο Περιθώρι σταματήσαμε στις παλιές βρύσες.

Κάποτε εκεί γινόταν χαμός.

Όταν αυτός ήταν ο κεντρικός δρόμος, υπήρχαν μαγαζιά, κόσμος, στάσεις, φαγητό, πανηγύρια, ζωή.

Σήμερα σχεδόν όλα είναι κλειστά.

Ο καινούργιος δρόμος πέρασε δίπλα και πήρε μαζί του τον κόσμο.

Γιατί όλοι θέλουμε να φτάσουμε πιο γρήγορα.

Και μερικές φορές, στην προσπάθεια να φτάσουμε, εγκαταλείπουμε όλα εκείνα τα μέρη που κάποτε αποτελούσαν μέρος του ταξιδιού.

Η βρύση όμως ήταν ακόμη εκεί.

Και έτρεχε παγωμένο νερό.

Βάλαμε τα κεφάλια από κάτω.

Δεν υπάρχει spa στον κόσμο που εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαμε συνέλθει.


Ένα «βρώμικο» στο Ρίο

Αντίρριο.

Γέφυρα.

Ρίο.

Στάση στον ανατολικό προβλήτα.

Καντίνα.

Ένα νόστιμο «βρώμικο» σάντουιτς και μια Coca-Cola.

Μετά από τόσες ώρες στον δρόμο ήταν γεύμα πέντε αστέρων.

Ανακτήσαμε δυνάμεις και ξανά στην Εθνική.

Ακράτα για ανεφοδιασμό και καφέ.

Μέχρι που έφτασε ένα τουριστικό πούλμαν, άδειασε έναν μικρό στρατό ανθρώπων μέσα στον σταθμό και η σχετική ησυχία εξαφανίστηκε μέσα σε δευτερόλεπτα.

Κοιταχτήκαμε.

Ώρα να φύγουμε.


100–110

Στα διόδια του Ισθμού άλλη μια στάση για το καθιερωμένο τσιγάρο του Θανάση.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικά αισθανόμουν σε σχέση με το προηγούμενο πρωί.

Το Bullet ήταν ακριβώς το ίδιο.

Είχε ακριβώς την ίδια δύναμη.

Ακριβώς την ίδια τελική.

Ακριβώς τις ίδιες αδυναμίες.

Αλλά εγώ δεν είχα πλέον κανένα πρόβλημα μαζί του.

100–110 km/h.

Κάποιες φορές 120.

Τόσο.

Δεν χρειαζόταν να είναι κάτι άλλο.

Δεν αναρωτιόμουν πλέον γιατί δεν έχει περισσότερη δύναμη.

Δεν σκεφτόμουν αν θα με κουράσει.

Δεν προσπαθούσα να το συγκρίνω.

Απλώς ταξιδεύαμε.

Μια τελευταία στάση στα διόδια της Ελευσίνας.

Ένα τελευταίο τσιγάρο.

Και σπίτι.


1.100 χιλιόμετρα αργότερα

Όταν έφτασα σπίτι, έριξα μια τελευταία ματιά στο Bullet.

Σχεδόν 1.100 χιλιόμετρα μέσα σε δύο ημέρες.

Εθνική.

Βουνά.

Στροφές.

Ζέστη.

Βροχή.

Χωματόδρομος.

Ανηφόρες στις οποίες του ζήτησα πράγματα που ξεπερνούσαν λίγο τη φύση του.

Και δεν έκανε κιχ.

Η μεγαλύτερη κατανάλωση που μέτρησα, στην Εθνική με δυνατό κόντρα αέρα, ήταν περίπου 4,1 λίτρα/100 km.

Σε ένα άλλο κομμάτι, από Μουζάκι μέσω Τυμπάνου και Αργιθέας προς Άρτα και μετά μέχρι Αμφιλοχία, είδα ακόμη και το εξωπραγματικό 1,8.

Το ρεζερβουάρ των 13,5 λίτρων σήμαινε ότι ουσιαστικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με την αυτονομία του.

Οι στάσεις μας για καύσιμο γίνονταν περισσότερο με βάση τη Vespa.

Και μιας και μιλάμε για τη Vespa…

Τι να πω;

Με εξέπληξε.

Ο Θανάσης είδε μέχρι και 135 km/h. Επιταχύνει πολύ καλά, στρίβει καταπληκτικά, είναι άνετη και έχει σαφώς περισσότερη δύναμη από το Bullet.

Το μικρότερο ρεζερβουάρ περιορίζει λίγο την αυτονομία της, αν και η χαμηλή κατανάλωση το αντισταθμίζει αρκετά.

Σε πολλές περιπτώσεις οι καταναλώσεις των δύο ήταν εντυπωσιακά κοντά.

Δεν περίμενα να το πω, αλλά η Vespa αποδείχθηκε εξαιρετικό ταξιδιωτικό εργαλείο.

Αλλά η ιστορία αυτή, για μένα τουλάχιστον, δεν ήταν πραγματικά μια δοκιμή δύο μοτοσυκλετών.


Ποια είναι τελικά η κατάλληλη μοτοσυκλέτα;

Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ημερών πέρασε πολλές φορές από το μυαλό μου η ίδια σκέψη.

Μήπως χρειάζομαι άλλη μοτοσυκλέτα;

Κάτι δυνατότερο.

Κάτι που να ταξιδεύει στην Εθνική με 130–140 χωρίς να σκέφτεται την ανηφόρα.

Κάτι καλύτερο στο χώμα.

Κάτι πιο άνετο.

Πιο γρήγορο.

Πιο σύγχρονο.

Πιο «ταξιδιάρικο».

Μόνο που αυτή είναι μια ιστορία χωρίς τέλος.

Πάντα θα υπάρχει μια καλύτερη μοτοσυκλέτα.

Ή, για να το πω σωστότερα, πάντα θα υπάρχει μια μοτοσυκλέτα που κάνει κάτι καλύτερα από τη δική σου.

Και αν αρχίσεις να κυνηγάς συνεχώς το «καλύτερο», υπάρχει κίνδυνος να ξεχάσεις γιατί ήθελες τη μοτοσυκλέτα εξαρχής.

Ναι.

Με είκοσι άλογα θα ήθελα άλλα δέκα.

Αν είχα τριάντα, πιθανότατα θα ήθελα σαράντα.

Και μετά πενήντα.

Και κάπως έτσι δεν τελειώνει ποτέ.

Το Bullet όμως έχει κάτι που δύσκολα μπαίνει σε πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών.

Έχει ρυθμό.

Αυτό το μικρό μονοκύλινδρο μοτέρ χτυπάει από κάτω σου και, όταν σταματήσεις να του ζητάς να γίνει κάτι που δεν είναι, αρχίζεις να συντονίζεσαι μαζί του.

Οι πιστονιές του.

Ο δρόμος.

Η ταχύτητα.

Η αναπνοή σου.

Κάπως όλα αρχίζουν να δουλεύουν στον ίδιο ρυθμό.

Και επειδή δεν πηγαίνεις τόσο γρήγορα, αρχίζεις να βλέπεις.

Το βουνό.

Το γεφύρι.

Ένα παλιό μαγαζί.

Μια βρύση στην άκρη του δρόμου.

Έναν χωματόδρομο που δεν ξέρεις ακριβώς πού βγάζει.

Το φως λίγο πριν δύσει ο ήλιος.

Και θυμάσαι ότι ίσως αυτός ήταν εξαρχής ο λόγος που καβάλησες μια μοτοσυκλέτα.


Η μοναξιά του ταξιδευτή

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Η μοτοσυκλέτα είναι μοναχικό πράγμα.

Ακόμη και όταν ταξιδεύεις μαζί με κάποιον, μέσα στο κράνος είσαι μόνος.

Δεν μιλάς.

Οδηγείς.

Ακούς τον αέρα, το μοτέρ και κυρίως τις σκέψεις σου.

Και όταν ταξιδεύεις πραγματικά μόνος, αυτή η μοναξιά γίνεται ακόμη πιο έντονη.

Είσαι εσύ.

Ο δρόμος.

Ο καιρός.

Η ζέστη, η βροχή, το κρύο, η ομίχλη.

Και όλα εκείνα που κουβαλάς μέσα στο κεφάλι σου.

Δεν μπορείς να κρυφτείς εύκολα από τον εαυτό σου πάνω σε μια μοτοσυκλέτα.

Σε φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που μου είχαν λείψει περισσότερο.

Για χρόνια ταξίδευα έτσι.

Πολλές φορές μόνος.

Χειμώνα, καλοκαίρι, άνοιξη, φθινόπωρο.

Έχω φάει βροχές.

Χαλάζια.

Ομίχλες.

Έχω βρεθεί σε χιονισμένες βουνοκορφές και έχω συνεχίσει προσεκτικά.

Σταματούσα για μια φωτογραφία χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.

Γύριζα σπίτι και κουβαλούσα μαζί μου όλες αυτές τις εικόνες.

Μετά έφτιαχνα ένα μικρό βίντεο.

Φωτογραφίες, μερικά πλάνα, μουσική.

Όχι επειδή είμαι video creator.

Δεν είμαι.

Τα φτιάχνω κυρίως για μένα.

Για να μπορώ χρόνια μετά να πατήσω play και για λίγα λεπτά να επιστρέψω εκεί.

Το ίδιο και με το blog.

Γράφω για να θυμάμαι.

Και ίσως τελικά αυτό εδώ το κείμενο να είναι ακριβώς αυτό.

Ένας τρόπος να μην αφήσω αυτές τις δύο ημέρες να χαθούν μέσα στις υπόλοιπες.


Το χαμένο mojo

Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι αναρωτώμενος αν μου αρέσει ακόμη να ταξιδεύω με μοτοσυκλέτα.

Κάπου στην Αθηνών–Λαμίας ζεσταινόμουν, γκρίνιαζα μέσα από το κράνος, άκουγα τον αέρα, θεωρούσα ότι η μηχανή δεν τραβάει και σκεφτόμουν ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω σπίτι.

Δύο ημέρες αργότερα επέστρεψα κουρασμένος.

Βρώμικος.

Ψημένος από τη ζέστη.

Βρεγμένος κάποια στιγμή από τη βροχή.

Με ελάχιστο ύπνο.

Με περίπου 1.100 χιλιόμετρα περισσότερα στο Bullet.

Και ευτυχισμένος.

Γιατί κάπου ανάμεσα στην Αταλάντη και το Μουζάκι, στον Τύμπανο και την Αργιθέα, στα σκοτεινά τούνελ, στη βροχή της Αμφιλοχίας, στο παγωμένο νερό στο Περιθώρι και στο ηλιοβασίλεμα έξω από τα Γρεβενά…

κάτι ξαναβρήκα.

Αλλά δεν ήταν μόνο ο δρόμος.

Ήταν κι ένας Θανάσης πάνω σε μια Vespa, με τον οποίο μπορέσαμε να ταξιδέψουμε μαζί, να χωρίσουμε όταν χρειάστηκε και να ξαναβρεθούμε την επόμενη ημέρα χωρίς να χρειάζεται καμία εξήγηση.

Ήταν ένας δεύτερος Θανάσης στην Ελάτη και λίγες κουβέντες στη μέση της διαδρομής.

Ήταν ο Τάκης που εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου και μαζί του έφερε εικόνες από μια άλλη εποχή της ζωής μου.

Ήταν η Αριστέα.

Και ήταν και ο Γιώργος.

Ένας φίλος από τις αρχές του ’90 που μέσα στα χρόνια έγινε κάτι πολύ περισσότερο από φίλος.

Ένας άνθρωπος με τον οποίο έχουμε περάσει πολλά, με τον οποίο μπορεί να μη βλεπόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε, αλλά που όταν καθόμαστε ξανά στο ίδιο τραπέζι ο χρόνος ανάμεσα μοιάζει να εξαφανίζεται.

Ίσως τελικά να μην είχα χάσει ποτέ το mojo μου.

Ίσως απλώς να το είχα αφήσει για λίγο στην άκρη.

Και χρειάστηκαν ένα μικρό μαύρο Bullet, μια Vespa, δύο Θανάσηδες, ένας Τάκης, ένας Γιώργος, μια Αριστέα, περίπου 1.100 χιλιόμετρα και δύο ημέρες δρόμου για να το θυμηθώ.

Γιατί το ταξίδι τελικά δεν ήταν μόνο η Αργιθέα.

Δεν ήταν τα Γρεβενά.

Δεν ήταν οι γέφυρες, τα βουνά ή οι στροφές.

Ήταν οι άνθρωποι.

Ήταν η μοναξιά μέσα στο κράνος.

Ήταν οι σκέψεις.

Ήταν οι στιγμές που μοιράστηκα με φίλους.

Και τελικά ήταν η επιστροφή.

Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι απλώς να μπορείς να φύγεις.

Είναι να μπορείς να φύγεις,

Να μείνεις για ώρες μόνος μέσα στο κράνος με τις σκέψεις σου,

Να χαθείς για λίγο στους δρόμους,

Να βρεθείς ξανά με ανθρώπους που αποτελούν κομμάτια διαφορετικών εποχών της ζωής σου,

Να ξαναβρείς μέσα από όλα αυτά ένα κομμάτι του εαυτού σου…

και μετά να ξέρεις πού, και κυρίως σε ποιους, θέλεις να επιστρέψεις.

Έφυγα από το σπίτι ψάχνοντας κάτι που δεν μπορούσα ακριβώς να ονομάσω.

Γύρισα στην οικογένειά μου κουρασμένος, γεμάτος φωτογραφίες, ιστορίες και αναμνήσεις.

Και χαμογελαστός.

Κοίταξα ξανά το μικρό μαύρο «ποδήλατο» παρκαρισμένο έξω από το σπίτι.

Τελικά ο γιος μου είχε δίκιο μόνο στο ένα πράγμα.

Είχα φύγει με το Bullet.

Αυτό που δεν μπορούσε να ξέρει ήταν πόσο μακριά θα με πήγαινε.

Όχι μόνο στον χάρτη.

Το mojo ήταν ακόμη εκεί.

Οι Τρεις Καμπαλέρος … Ένα Σάββατο στον δρόμο …

Είχα πάρα πολύ καιρό να κάνω βόλτα με τη μηχανή,

Να ταξιδέψω …

Κάτι το οποίο με βοηθάει πάρα πολύ να αδειάζω το μυαλό μου, να αποβάλλω το στρες. 

Επικεντρώνεσαι στην οδήγηση της μοτοσικλέτας και χαζεύεις το τοπίο όταν και όπου μπορείς. Οπότε το μυαλό σου αδειάζει από όλα αυτά που μπορεί να σε προβληματίζουν.

Η ιδέα έπεσε όταν ενημέρωσα δύο φίλους ότι σκέφτομαι το Σάββατο να πάω μια μεγάλη βόλτα με τη μηχανή. Η ιδέα άρεσε και σιγά σιγά βγήκε η διαδρομή, η ώρα,κτλ.

Με τα παιδιά γνωριζόμαστε χρόνια. Γνωριστήκαμε μέσω ενός φόρουμ για μοτοσικλέτες και φάνηκε ότι οι χημείες μας ταιριάζουν. Μπορεί να μην έχουμε πάντα τις ίδιες απόψεις και ιδέες για πολλά πράγματα και συχνά να διαφωνούμε, αλλά υπάρχει αλληλοσεβασμός και κατανόηση και από τους τρεις μας. Οπότε το να συνταξιδεύσεις μαζί τους είναι μια πάρα πολύ ευχάριστη υπόθεση.

Το ραντεβού δόθηκε στον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού στην Εθνική Οδό Αθηνών–Λαμίας για Σάββατο σχετικά πρωί,   εντάξει να μην τρελαινόμαστε   δέκα η ώρα το πρωί να βρισκόμαστε εκεί, Σαββατο ήταν δεν θα πηγαίναμε και κάπου υπερβολικά μακριά οπότε δεν χρειάζονταν να ξεκινήσουμε νωρίτερα

Από ετοιμασίες δεν χρειαζόταν κάτι να κάνω. Απλά να καβαλήσω το σιδερένιο άτι μου. Το μόνο που έκανα ήταν να πάρω ένα θερμός με νερό μαζί μου, μήπως και διψάσω ενδιάμεσα στις στάσεις. Αυτό μόνο.

Η μηχανή δεν χρειαζόταν τίποτα. Έτσι κι αλλιώς ήταν εκεί και περίμενε. Έχει πέσει πολύ προσοχή πάνω της το τελευταίο χρονικό διάστημα. Έχει βελτιωθεί όπου πονούσε, μένουν ακόμα κάποια κομμάτια να βελτιωθούν ή να επισκευαστούν, αλλά σε γενικές γραμμές δεν φοβάμαι ότι δεν είναι αρκετά αξιόπιστη για να με ταξιδέψει απροβλημάτιστα.

Σάββατο πρωί λοιπόν και ξεκινάω. Βάζω μπροστά τη μηχανή,  το boxer μοτέρ της γουργουρίζει.. Ένα από τα παράπονα που έχω είναι ότι ο ήχος από τη μαμά εξάτμιση είναι σχεδόν ανύπαρκτος. η όλη λειτουργία της θυμίζει χωρίς αυτό να είναι αρνητικό   κάτι “ηλεκτρικό”. Ανεβάζει στροφές πολύ ωραία, χωρίς ιδιαίτερους κραδασμούς. Ο ανύπαρκτος ήχος της εξάτμισης είναι ένα  θέμα, το οποίο θα λυθεί εν καιρώ.

Σταματάω για ανεφοδιασμό, γεμίζω τη μοτοσικλέτα, η οποία μέσα στην πόλη καίει γύρω στα 7 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα, ενώ σε αυτή τη βόλτα έκαψε 5,2 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα. Καθόλου άσχημα για ένα μηχανάκι 850 κυβικών και 26 χρονών.

Κινηθήκαμε σε κάθε είδους δρόμο,  εθνική, επαρχιακούς, ανηφόρες, κατηφόρες, χωμάτινες διαδρομές, σταμάτα–ξεκίνα, με πίεση, χαλαρά,  με πολλά και λίγα χιλιόμετρα.

Μετά τον ανεφοδιασμό, καθώς ανέβαινα την εθνική στο ύψος της εξόδου της Αττικής Οδού, έγινε κάτι απίθανο. Ο φίλος Αντώνης μπήκε στον ίδιο δρόμο την ίδια στιγμή. Συναντηθήκαμε ακριβώς στο δευτερόλεπτο. Και να το θέλαμε, δεν θα το πετυχαίναμε.

Ο φίλος λοιπόν συνοδευόταν από την κόρη του. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα για έναν πατέρα από το να μοιράζεται τέτοιες εμπειρίες με τα παιδιά του.

Συνταξιδέψαμε μαζί μέχρι τον σταθμό ανεφοδιασμού, όπου περιμέναμε και τον φίλο Γιώργο. Έφτασε λίγο καθυστερημένος   κάτι που δεν τον χαρακτηρίζει, γιατί συνήθως είναι ο πρώτος από όλους. Εγώ είμαι αυτός που καθυστερεί.

Είχε ένα θεματάκι το πρωί με τη μηχανή του, που αρνούνταν να πάρει μπροστά. Να πω ότι ο Γιώργος και ο Αντώνης έχουν BMW GS1100 διαφορετικών ετων , του Αντώνη είναι από τα τελευταία μοντέλα (2000) και του Γιώργου του ’97.

Είχε μάλλον θέμα με το immobilizer το οποίο  ξελίγωσε την μπαταρία. Η «γερμανίδα» του έκανε τα νάζια της το πρωί, αλλά δεν παρουσίασε κανένα άλλο πρόβλημα στη διάρκεια της ημέρας.

Ξεκινήσαμε και κινηθήκαμε προς Χαλκίδα. Χωρίς προβλήματα, με τάξη, με τουριστικό  ρυθμό, λίγο πολύ κοντά στα όρια ταχύτητας.

Μέχρι που φτάσαμε στη Χαλκίδα και μπλέξαμε στην κίνηση, η οποία δεν ήταν λίγη για Σάββατο πρωί. Ή μάλλον εγώ είχα καιρό να περάσω από εκεί τέτοια ώρα.

Μετά τη Χαλκίδα κατευθυνθήκαμε προς τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο. Κλασική διαδρομή για μοτοσικλετιστές. Στριφτερή με καλό οδόστρωμα και υπέροχη φύση..

Ευτυχώς, με το που ξεκίνησε το ενδιαφέρον κομμάτι της διαδρομής, δεν υπήρχε κίνηση. Οπότε ευχαριστηθήκαμε τον δρόμο. Χωρίς υπερβολές   ίσως ο Αντώνης λίγο πιο ενθουσιώδης από εμάς και καλά έκανε.

Πού και πού υπήρχαν φορτηγά ή αυτοκίνητα που μας καθυστερούσαν, αλλά συνολικά ήταν μια πολύ ωραία διαδρομή. Στροφές, ανέβα–κατέβα, ωραία φύση.

Καταλήξαμε στο Προκόπι για καφέ και λουκουμάδες, στον Αλεξίου.

Στάση, χαλάρωση, κουβέντα. Απολαύσαμε τον καφέ και τους λουκουμάδες μας. Σιγά σιγά όμως άρχισε να γεμίζει κόσμο.

Και μαζί ήρθαν και κάποια γνωστά φαινόμενα. Μηδενικός σεβασμός από κάποιους. Μηχανές παρκαρισμένες όπου να ’ναι, επίδειξη, αδιαφορία.

Κάποιος πάρκαρε σχεδόν μπροστά μας χωρίς να σκεφτεί ότι αν κατεβάζαμε τη μηχανή από το κεντρικό σταντ μπορεί να την ρίχναμε πάνω του.

Από εκεί κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Πήλι, σε μια όμορφη και σφιχτή διαδρομή. Στη συνέχεια προς την Βλαχιά, όπου κάτσαμε και φάγαμε στο “Μπαλκόνι του Αιγαίου”

Καταπληκτική θέα, καταπληκτικό φαγητό, πολύ ωραία παρέα. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Ίσως να ήταν εκεί και η αγαπημένη του ….

Στη συνέχεια κατεβήκαμε προς Λιμνιώνα. Στην αρχή είχε έργα   κόβανε δέντρα και περιμέναμε να καθαρίσει ο δρόμος. Μετά η άσφαλτος τελειώνει και γίνεται χωματόδρομος.

Όχι κάτι δύσκολο, σαθρός μέν αλλά δεν προβληματίζει, με παρεμβάσεις μετά τον χειμώνα και με κάποια έργα να γίνονται οπότε και εκεί περιμέναμε να μας ανοίξουν τον δρόμο τα μηχανήματα. Κανείς δεν αντιμετώπισε πρόβλημα, ούτε ο Αντώνης δικάβαλος με ασφάλτινα ελαστικά.

Είναι απίστευτο το πόσο καλά συμπεριφέρεται ακόμα και στους χωματόδρομους παρά το βάρος της, εχει πάρα πολύ καλό ζύγισμα και ρολάρει απίστευτα καλά σε χαμηλές ταχύτητες …

Φτιαγμένη σε μια άλλη εποχή για να μπορείς να κάνεις τον γύρο του κόσμου αρχοντικά, άνετα, απροβλημάτιστα … 

Οι στάσεις για φωτογραφίες ήταν ελάχιστες, αν και το τοπίο ήταν καταπληκτικό, ακολουθούσα τον ρυθμό της παρέας.

Όταν καθυστερούσα, με περίμεναν. Και τους το ανταπέδιδα με φωτογραφίες.

Φτάσαμε στον Λιμνιώνα σε περίπου σαράντα λεπτά. Κάναμε στάση για καφέ γιατί μετά το φαγητό είχαμε βαρύνει λίγο …

Η ατμόσφαιρα μοναδική. Είχε στηθεί ενα γλέντι σε ένα σπίτι δίπλα στην θάλασσα, μυρωδιές από ψητά, τσίκνα, ρεμπέτικη μουσική να ακούγεται, στην παραλία ανθρωποι μετρημένοι στο ένα χέρι να απολαμβάνουν τον ανοιξιάτικο ήλιο.

Αράξαμε σε μια σκιά, χαζεύαμε τη θάλασσα και τα βουνά, κουβεντιάζαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλο, περνούσε η ώρα ευχάριστα …

Μετά πήραμε τον δρόμο της επιστροφής προς Χαλκίδα.

Η διαδρομή από τον Λιμνιώνα μέχρι τον Κοντοδεσπότη μου άρεσε περισσότερο από τον Άγιο Ιωάννη. Πιο κοντά στα μέτρα μου. Ορεινή, με καταπληκτικά τοπία.

Δεν χόρταινες να βλέπεις.

Μετά Χαλκίδα και εθνική, χωρίς στάσεις. Μέχρι το τελευταίο πάρκινγκ πριν τα διόδια, όπου αποχαιρετιστήκαμε.

Ο καθένας πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του.

Μια βόλτα γύρω στα 300+ χιλιόμετρα. Σούπερ απολαυστική.

Και εδώ να πω για το μηχανάκι μου, το R850GS.

Δεν είναι τέλειο. Έχει ελαττώματα. Αλλά ακόμα και σήμερα στέκεται πολύ καλά.

Δεν σε νοιάζει ο δρόμος. Άσφαλτος ή χώμα. Έχει αναρτήσεις με διαδρομές που σήμερα τις συναντάς στα χωμάτινα μηχανάκια, ροπή, σταθερότητα.

Στρίβει απίστευτα καλά, είναι σταθερό στην εθνική, δεν σε προδίδει, ότι οδόστρωμα η απουσία αυτού και να συναντήσεις δεν θα σε προβληματίσει …

Η μόνη ένσταση είναι ο ήχος. Σχεδόν ανύπαρκτος.

Αλλά συνολικά; Απίστευτο μηχανάκι και ίσως παρεξηγημένο.

Έχουμε ταιριάξει αν και ενιότε λοξοκοιτάω σε διάφορες “σειρήνες” που προσπαθούν να με ξεμυαλίσουν είτε παλιές είτε καινούριες …

Δυσκολα θα βρω κατι να το αντικαταστησω.

Όσο για τα παιδιά… η παρέα τους είναι καταπληκτική.

Και εύχομαι πολύ σύντομα να ξαναπάμε βόλτα.

Με τους Αετούς στην Κρήτη

Σεπτέμβριος 2025.

Δεν ήταν ένα ταξίδι για να δούμε μέρη.
Ήταν ένα ταξίδι για να δούμε ανθρώπους.

Να δουν τι σημαίνει να ταξιδεύεις σε ομάδα.
Να καταλάβουν πώς ο δρόμος αλλάζει όταν δεν τον ορίζεις μόνος σου.

Και αυτό το μάθημα δεν δίνεται θεωρητικά.
Δίνεται στον δρόμο.

Τον Σεπτέμβριο που πέρασε, με τον μεγάλο μου γιο και την κόρη μου, βρεθήκαμε στην Κρήτη με τους Guzzisti Hellas.
Δεν ήταν μια απλή εκδρομή. Ήταν μια δοκιμή.

Για εμένα.
Για τα παιδιά.
Για όλους μας.

Η μοτοσυκλέτα θεωρείται σύμβολο ελευθερίας.
Είναι η σιωπή μέσα στο κράνος.
Είναι ο δρόμος που γίνεται προσωπικός.
Μια εμπειρία που συχνά βιώνεται μοναχικά.

Όμως όταν ο δρόμος μοιράζεται, οι όροι αλλάζουν.
Στο ομαδικό ταξίδι, τίποτα δεν είναι μόνο προσωπικό.

Δεν σταματάς όποτε θέλεις.
Δεν προσπερνάς επειδή «σου βγήκε».
Δεν αλλάζεις ρυθμό επειδή έτσι ένιωσες.

Μαθαίνεις να περιμένεις.
Μαθαίνεις να προσαρμόζεσαι.
Μαθαίνεις να σκέφτεσαι και τον πίσω και τον μπροστά.

Και αυτό ήθελα να το ζήσουν.

Να ζήσουν ταξίδι με πολλές μοτοσυκλέτες και ανθρώπους.
Ήχους μηχανών που γεμίζουν τον αέρα.
Γέλια, πειράγματα, άνθρωποι διαφορετικοί που ενώνονται από κάτι κοινό.

Οδηγοί καλοί.
Οδηγοί άφταστοι.
Οδηγοί που ακόμα έχουν πολλά να μάθουν.
Οδηγοί που έχουν πολλά ακόμα να σου μάθουν.

Μα πάνω από όλα, άνθρωποι.

Πρώτη φορά στην Κρήτη με μηχανή.
Και αυτό με τους «Αετούς».

Δεν είναι μόνο διαδρομές.
Είναι χαρακτήρες.
Είναι στιγμές.
Είναι εμπειρίες που σε μαθαίνουν.

Κάποιος θα αργήσει.
Κάποιος θα μπερδευτεί.
Κάποιος θα κουραστεί.
Κάποιος θα σε ξεχάσει.

Κι όμως, όλοι μαζί θα φτάσουμε.

Ημέρα 1: Από τη Σούδα στα Μάταλα

Το ταξίδι ξεκίνησε στον Πειραιά με το καράβι.
Αλλά στην ουσία άρχισε όταν πατήσαμε στη Σούδα.

Από εκεί στο Ρέθυμνο για καφέ και βόλτα στην παλιά πόλη.
Μια πόλη με έντονη ενετική και οθωμανική κληρονομιά, με στενά σοκάκια, πέτρινες καμάρες και τη Φορτέτζα να θυμίζει πως η Κρήτη ήταν πάντα στρατηγικό πέρασμα πολιτισμών.

Στη συνέχεια στο Μουσείο της Αρχαίας Ελεύθερνας.
Ένα σύγχρονο μουσείο που αφηγείται την ιστορία της αρχαίας πόλης που άκμασε από τα γεωμετρικά χρόνια μέχρι τα ρωμαϊκά.
Πηγαίνοντας προς τα εκεί χαθήκαμε. Οι μισοί πήγαν από άλλο δρόμο. Το πρώτο πρακτικό μάθημα του γκρουπ.

Μετά στάση στην ταβέρνα Χαρουπιά για να τσιμπήσουμε κάτι και στη συνέχεια στη Μονή Αρκαδίου σύμβολο της Κρητικής Επανάστασης του 1866, είναι τόπος μνήμης και θυσίας.
Εκεί δεν μάθαμε μόνο για μάχες, μάθαμε και τι σημαίνει «δεν παραδίνομαι».

Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στο Αποδούλου, ένα μικρό χωριό της ενδοχώρας. Ήσυχο, αυθεντικό, από αυτά τα μέρη που δεν διαφημίζονται αλλά σε κερδίζουν.

Και έπειτα στα Μάταλα, γνωστά για τις λαξευμένες σπηλιές τους που κατοικήθηκαν από χίπηδες τη δεκαετία του ’60.
Εκεί διανυκτερεύσαμε και όλοι μαζί απολαύσαμε το βραδινό δείπνο.

Ημέρα 2: Από τα Μάταλα στον Άγιο Νικόλαο

Το επόμενο πρωί η μέρα ξεκίνησε λίγο άτσαλα.
Μετά το πρωινό δεν μας ειδοποίησαν ότι αποφάσισαν να φύγουν δέκα λεπτά νωρίτερα. Όταν κατεβήκαμε, δεν υπήρχε ψυχή.

Τους συναντήσαμε σε ένα βενζινάδικο.
Έγιναν κάποιοι διάλογοι σε έντονο τέμπο από μεριάς μου, αλλά το ήρεμο πνεύμα τελικά επικράτησε και το ταξίδι συνεχίστηκε.
Ήταν μάθημα για όλους.

Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στον Αρχαιολογικό χώρο της Γόρτυνας.
Εκεί όπου ο περίφημος Κώδικας της Γόρτυνας, ένας από τους αρχαιότερους νομικούς κώδικες της Ευρώπης χαραγμένος σε πέτρα, θυμίζει πως οι άνθρωποι από την αρχαιότητα αναζητούσαν κανόνες για να μπορούν να συνυπάρχουν.

Σεπτέμβριος και Κρήτη σημαίνει ζέστη. Πολύ ζέστη.
Οι αρχαιολογικοί χώροι δεν προσφέρουν σκιά, οπότε το κυνηγητό της σκιάς και του παγωμένου νερού έγινε παιχνίδι για όλους.

Από εκεί ανηφορίσαμε προς την Εθιά ενα μικρό ορεινό χωριό του Δήμου Βιάννου, σε υψόμετρο, με πέτρινα σπίτια και θέα που ανοίγει προς το Λιβυκό πέλαγος. Η Εθιά δεν είναι τουριστικός προορισμός. Είναι αυθεντική Κρήτη. Εκεί, με καφέ και μεζέδες, νιώθεις ότι ο χρόνος κυλά πιο αργά και ίσως εκεί ταιριάζει καλύτερα ο ρυθμός μιας ομάδας που έχει αρχίσει να βρίσκει τα πατήματά της.
Λίγο οι μεζέδες, λίγο η τσικουδιά, σε κάνουν να γίνεσαι ένα με τον τόπο.

Η διαδρομή συνεχίστηκε προς το Μνημείο Ολοκαυτώματος της Βιάννου.
Τόπος μνήμης για τις εκτελέσεις του 1943 όπου οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής.
Εκεί η σιωπή είχε βάρος. Δεν ήταν απλώς στάση. Ήταν υπενθύμιση του τι μπορεί να αντέξει ένας τόπος και πόσο απάνθρωπος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος.

Μας έδωσε και ένα άλλο μάθημα:
Κάτω από τον καυτό ήλιο, αν δεν είσαι προετοιμασμένος, θα υποφέρεις.
Ήμασταν από τους λίγους που κουβαλούσαμε παγωμένο νερό σε θερμός.
Επίσης το να βρέχεις τη λαιμουδιέρα σου λειτουργεί σαν φυσικό κλιματιστικό.

Από μια σφιχτή και απολαυστική διαδρομή βρεθήκαμε στην Αγία Παρασκευή.

Μικρός οικισμός μέσα στο πράσινο, με την πηγή να προσφέρει δροσερό νερό και σκιά κάτω από τα πλατάνια. Εκεί το μεσημεριανό είχε άλλη αξία. Όχι μόνο για τη γεύση, αλλά γιατί μετά από ιστορία, δρόμο και ένταση, χρειάζεσαι ηρεμία.

Με βαριά στομάχια κατευθυνθήκαμε στον Άγιο Νικόλαο για διανυκτέρευση.

Πόλη χτισμένη γύρω από τη λίμνη Βουλισμένη, μια λίμνη που οι μύθοι θέλουν να μην έχει πυθμένα. Ο Άγιος Νικόλαος έχει κάτι πιο κοσμοπολίτικο, πιο ανοιχτό. Μετά την ορεινή Κρήτη, βρεθήκαμε σε μια πόλη που κοιτάζει τη θάλασσα και τον κόσμο μαζί.

Ημέρα 3: Ανατολική Κρήτη και επιστροφή

Το επόμενο πρωί επισκεφθήκαμε την Σπιναλόγκα.

Ενετικό φρούριο που αργότερα έγινε τόπος εξορίας λεπρών μέχρι το 1957. Ένα νησί που κουβαλά πόνο αλλά και αξιοπρέπεια.
Ο ήλιος, η έλλειψη σκιάς, το πολύ περπάτημα με όχι κατάλληλο ρουχισμό μάς εξουθένωσαν.
Τα παγωμένα αναψυκτικά και το νερό από το αναψυκτήριο έσωσαν την κατάσταση.

Στην επιστροφή, ο αέρας σηκώθηκε απότομα.
Τα κύματα έσκαγαν μπροστά μας και η αλμύρα μας χτυπούσε στο πρόσωπο.

Από εκεί κατευθυνθήκαμε στο Τζερμιάδο, το μεγαλύτερο χωριό του Οροπεδίου Λασιθίου.

Παραδοσιακός οικισμός, αγροτικός χαρακτήρας και μυρωδιές από κουζίνα που θυμίζει παλιά Κρήτη. Εκεί το φαγητό δεν είναι απλώς στάση, είναι τελετουργία.

Ο δρόμος μέχρι εκεί και στη συνέχεια στο Οροπέδιο του Λασιθίου ήταν σφιχτός, διασκεδαστικός, δύσκολος μερικές φορές.
Περνούσαμε από μικρά χωριά.
Ο κόσμος έβγαινε να χαζέψει το σιδερένιο φίδι.
Παιδιά και γιαγιάδες μας χαιρετούσαν και εμείς ανταποδίδαμε.
Ειδαμε πρόσωπα γεμάτα απορία, πρόσωπα γεμάτα χαμόγελα, πρόσωπα σκυθρωπά που ένα νεύμα μας τους έφτιαχνε την διάθεση.

Η συνέχεια μας βρήκε στην Χερσόνησο αφήνοντας για λιγο το κονβόι.

Μια εντελώς διαφορετική Κρήτη. Πιο τουριστική, πιο έντονη, πιο πολύβουη. Από τα βουνά και τα μνημεία, βρεθήκαμε σε έναν τόπο που ζει στον ρυθμό της θάλασσας και της καλοκαιρινής ενέργειας. Εκεί επισκεφθήκαμε συγγενείς  και το ταξίδι από ομαδικό έγινε για λίγο προσωπικό. 

Και στη συνέχεια στο λιμάνι του Ηρακλείου για την επιβίβαση στο καράβι της επιστροφής.
Με τον ήλιο να δύει και κάποιες στιγμές να μας τυφλώνει, κάνοντας την οδήγηση δύσκολη.

Οσον αφορά τις μοτοσυκλέτες μας, το Royal Enfield Himalayan 450 ηταν η έκπληξη γιατί μπορούσε να ακολουθεί τις μεγαλύτερες μηχανές χωρίς προβλημα μιας και οι διαδρομές ήταν σφιχτές αλλά μερικές φορές ο ρυθμός μπορούσε να γίνει πολύ γρήγορος ειδικά όταν έφευγε μπροστά ο κύριος Βασίλης Γουρουνάς, έμπαινε μπροστά και κανένας δεν μπορούσε να τον πιάσει.  Δευτερη έκπληξη του Himalayan ήταν η χαμηλή κατανάλωση του, η οποία ήταν στα 3 λίτρα /100 χλμ.
Αυτό το μηχανάκι είναι πραγματικά εκπληκτικό για την τιμή του αλλά στην χώρα που αγοράζουν μοτοσυκλέτες με κύριο κριτήριο τον όγκο τους (να δείχνουν μεγάλες) δεν έχει τύχει της αναγνώρισης που του αξίζει.
Ισως όσο περνάει ο καιρός οι αναβάτες να το εκτιμήσουν περισσότερο.

Το BMW R850GS, η στρουμπουλή, αποδείχθηκε σταθερή αξία για ακόμη μια φορά.
Φορτωμένη με μπαγκάζια και δύο άτομα δεν άλλαξε χαρακτήρα.
Ήρεμη, σταθερή, χωρίς νευρικότητες.

Στις στροφές κρατούσε γραμμή.
Στις κακοτεχνίες δεν διαμαρτυρόταν.
Και όταν ο ρυθμός ανέβαινε, μπορούσε να ακολουθήσει, μέχρι εκεί που πρέπει και μπορεί ο οδηγός της.

Δεν είναι η καλύτερη.
Δεν είναι η πιο γρήγορη.
Είναι όμως ένας καταπληκτικός ταξιδιωτικός σύντροφος.

Αυτό που καταλάβαμε στην πράξη είναι ότι για να έχεις καλό ρυθμό σε ένα μεγάλο κονβόι, πρέπει να βρίσκεσαι μέσα στους 5–6 πρώτους.
Όχι από ανταγωνισμό. Από καθαρή ανάγκη ροής.

Όσο πιο πίσω βρίσκεσαι, τόσο περισσότερο αντιδράς στον ρυθμό των άλλων.
Μπροστά βλέπεις τη γραμμή, διαβάζεις τη στροφή, κρατάς τη συνέχεια.
Πίσω ακολουθείς.

Και μέσα σε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια κρύβεται κάτι μεγαλύτερο.

Σε μια ομάδα θα βρεις τα πάντα.
Ανθρώπους που σου ανοίγουν χώρο χωρίς να τους το ζητήσεις.
Ανθρώπους που κοιτούν στον καθρέφτη, κάνουν λίγο δεξιά και συνεχίζουν.
Και άλλους που δυσκολεύονται να αφήσουν τον εγωισμό τους στην άκρη.

Θα δεις ποιος χαίρεται να μοιράζεται τον δρόμο
και ποιος τον κρατά σφιχτά σαν ιδιοκτησία.

Σε ένα τέτοιο ταξίδι, το κονβόι γίνεται καθρέφτης χαρακτήρων.

Και αυτό ήταν ίσως το πιο ουσιαστικό μάθημα για τα παιδιά.
Όχι ποιος στρίβει πιο γρήγορα.
Όχι ποιος έχει τα περισσότερα κυβικά.
Αλλά πώς στέκεσαι μέσα σε μια ομάδα.
Πόσο χώρο αφήνεις.
Πόσο χώρο ζητάς.
Και πώς συνεχίζεις μαζί με τους άλλους

Πρέπει όμως να ειπωθεί και αυτό.

Η οργάνωση της ομάδας ήταν άρτια.

Η διαδρομή μελετημένη, οι στάσεις υπολογισμένες και προγραμματισμένες.

Και το σημαντικότερο, οι δρόμοι που επιλέχθηκαν ήταν απολαυστικοί, σφιχτοί, στριφτεροί και κάποια κομμάτια με φρέσκια άσφαλτο άκρως απολαυστικά, με εναλλαγές τοπίου και μακριά από πολυταξιδεμένες διαδρομές.

Όπου σταματούσαμε, το μενού είχε φροντιστεί με τοπικά εδέσματα, τα ξενοδοχεία ήταν πολύ καλά και όλα κυλούσαν χωρίς άγχος και εκπλήξεις.

Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει κάποιος ήταν να ακολουθήσει.

Αλλά πέρα από την οργάνωση, ήταν οι άνθρωποι που έκαναν τη διαφορά.
Ευγενικοί, χαρούμενοι, εγκάρδιοι.
Μας δέχτηκαν από την πρώτη στιγμή στην παρέα τους χωρίς απόσταση, χωρίς επιφυλάξεις.

Και αυτό, σε ένα ταξίδι με οικογένεια, μετράει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Κάπου ανάμεσα στη ζέστη της Γόρτυνας, στη σιωπή της Βιάννου, στο αλάτι της Σπιναλόγκας και στον αέρα του Λασιθίου, κατάλαβα κάτι πιο απλό.

Το ταξίδι δεν ήταν για να τους δείξω πώς οδηγείς σε γκρουπ.
Ήταν για να δουν πώς στέκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους.

Με σεβασμό.
Με υπομονή.
Με προσαρμοστικότητα.
Με χαρακτήρα.

Η Κρήτη μάς έδωσε δρόμους.
Η ομάδα μάς έδωσε ρυθμό.
Αλλά το πραγματικό ταξίδι έγινε ανάμεσά μας.

Και αυτό δεν τελειώνει όταν δένει το καράβι στον Πειραιά.

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Visiting an old friend

Κάποια ταξιδία δεν τα σχεδιάζεις απλά νιώθεις να σε καλούν.

Ισως είναι η αναγκη να δραπετεύσεις απο την καθημερινότητα σου.

Ίσως απλά χρειάζεσαι έναν φίλο που να σε καταλαβαίνει και να μπορείς να συζητήσεις μαζί του.

Η απλά θές να χαθείς με την μοτοσυκλέτα σου προσπαθώντας να ανακαλύψεις τον εαυτό σου …

Ενα μήνυμα ήταν αρκετό για να πάρει μπρός το μυαλό και χωρίς πολλά πολλά Παρασκευή απόγευμα με βρίσκει να ξεκινάω μετα την δουλειά για το Λάχι Λακωνίας.

Το ταξίδι συνέπεσε με αρκετά υψηλές θερμοκρασίες κάτι το οποίο δεν θα με σταματούσε απο το να το κάνω …

Μέχρι να βγώ απο την Αθήνα και ιδιαίτερα μέχρι τα διόδια της Ελευσίνας η κατάσταση τοσο απο την υψηλή θερμοκρασία όσο και απο την κίνηση ήταν απελπιστική!

Η Μπουμπούκα (δεν την έχω βαφτίσει επίσημα ακόμα) ενα BMW R850 GS που τα έχει τα χρονάκια της (μοντέλο 2000) δεν έδειχνε να δυσανασχετεί απο την υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος και παραδόξως η ζέστη που δημιουργούσε ήταν ελάχιστη και δεν ενοχλούσε, εβαζε τα δυνατά της να με κρατήσει όσο πιο δροσερό γίνεται …

Η Μπουμπούκα είναι ένα περίεργο μηχανικό κατασκεύασμα, ο πιο γρήγορος και εύκολος προσδιορισμός της είναι ενα αυτοκίνητο σε 2 ρόδες …

Από τα διόδια της Ελευσίνας έως και την έξοδο στην Τρίπολη για Τεγέα – Σπάρτη κράταγε σταθερά 140 τα οποία το συγκεκριμένο μοντέλο τα έχει λίγο πάνω απο τις 5000 στροφές με αρκετά αποθέματα ακόμα και εδώ θα το συγκρίνω και πάλι με το Moto Guzzi V85TT που είχα που σε αυτά τα χιλιόμετρα έδειχνε ηδη τα όρια του τόσο απο αποψης σταθερότητας όσο και απο απόθεμα δύναμης η κατανάλωσης …

Η Μπουμπούκα είναι φτιαγμένη να καταπίνει χιλιόμετρα χωρίς να κουράζεται και χωρίς να σε κουράζει, είναι απόλυτα σταθερή και προβλέψιμη και σου επιτρέπει να κρατάς “υψηλές” μέσες ωριαίες ταχύτητες χωρίς να το καταλαβαίνεις απο την άλλη όμως δεν σε εξιτάρει, δεν σε φτιάχνει, δεν σε πορώνει, απλά σε ταξιδεύει!

Μετά την σήραγγα του Αρτεμισίου η θερμοκρασία έπεσε σε πιο ανεκτά επίπεδα και αυτό κράτησε μέχρι να αρχίσουμε να βλέπουμε τον Ταύγετο στο βάθος και να κατηφορίζουμε προς την Σπάρτη …

Με την πρώτη ευκαιρία σταματούσαμε για φωτογραφίες και το παγωμένο νερό που κουβαλούσα ήταν βάλσαμο.

Η πρώτη στάση για ανεφοδιασμό της Μπουμπούκας έγινε στους Μολάους και μεχρι εκεί ήπιε 17 λίτρα απλής βενζίνης για 312 χλμ, χωρίς να διαμαρτηρηθεί ούτε μια φορά (σε αντίθεση με το Moto Guzzi V85ΤΤ που θα έκανε συναυλία απο τα πυράκια και με σούπερ και θα με είχε ψησει ….)

Μετά τους Μολάους χαλάρωσα γιατι είχα την εντύπωση ότι φτάνω και αντί να κατευθυνθώ προς Ασωπό συνέχισα προς Συκέα και το σκοτάδι άρχισε να με βρίσκει στον Αγγέλωνα όπου και κατάλαβα ότι είχα πάρει τον μακρύ τον δρόμο …

Συνέχισα, πέρασα τις Βελιές, τα Τάλαντα, για να πέσω στην Δαιμονιά στον δρόμο που θα έπρεπε να είχα πάρει, κρίμα που “χάθηκα” νύχτα γιατί η διαδρομή έδειχνε πολύ όμορφη …

Η σέλα είχε αρχίσει να με κουράζει αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω στάση, φτάνω Νεάπολη και απο εκεί συνέχισα την ολιγόλεπτη ανάβαση προς το Λάχι που ήταν και ο τελικός προορισμός, όπου ο Κυριάκος με περίμενε να μου δείξει που θα αφήσω την Μπουμπούκα στα στενά σοκάκια του χωριού …

Η συνέχεια είχε κουβέντα και μια μακαρονάδα που ετοίμασε ο Κυριάκος όπου μαζί με την συντροφιά ενός ξαδέρφου του την απολαύσαμε με την συνοδεία παγωμένης μπύρας …

Οι κουβέντες συνεχίστηκαν μέχρι αργά ωσπου γλάρωσα τελείως και η κουρασή του ταξιδιού άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια …

Το σώμα μου ξύπνησε ξεκούραστο, λες και η κούραση της προηγούμενης μέρας είχε σβηστεί εντελώς μέσα σε εκείνον τον βαθύ, λυτρωτικό ύπνο.

Είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτομαι τον Κυριάκο στο χωριό του και εκτός απο καλός φίλος και συνομιλητής είναι και καταπληκτικός οικοδεσπότης αρκεί να του δώσεις τον χρόνο που χρειάζεται το πρωί για να ξυπνήσει και να αρχίσει να λειτουργεί …

Η Μπουμπούκα δεν φαινόταν από τη βεράντα  και την άφησα ήσυχη, να συνεχίσει να ξεκουράζεται με τη θέα του κόλπου και την Ελαφόνησο να αχνοφαίνεται στο βάθος.

Εγώ, από την άλλη, έδινα μάχη με τον πρώτο καφέ της ημέρας. Ένας στιγμιαίος καφές,  τι πιο απλό σκέφτηκα. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να ανακατέψεις λίγο καφέ με νερό;
Αποδείχθηκε αρκετά δύσκολο τελικά.

Όταν σε έχουν καλομάθει να σε περιμένει το καφεδάκι σου κάθε πρωί, έτοιμο στην ώρα του και στην ακριβή θερμοκρασία, το να το φτιάξεις μόνος σου μοιάζει ξαφνικά με επιστήμη.

Δεν πειράζει. Η θέα έσωζε τα πάντα.

Σύντομα ξύπνησε και ο Κυριάκος, και αφού έβγαλε βόλτα τον σκύλο του, καθίσαμε να φάμε πρωινό, φρυγανισμένο ψωμί με βούτυρο και μια μίξη μαρμελάδας λεμονιού και πορτοκαλιού, παραδόξως αρκετά γευστική.

Οι κουβέντες και οι αναλύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζαμε πώς θα περάσουμε τη μέρα. Τελικά, αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι το χωριό Βελανίδια ένα μέρος που δε μοιάζει με κανένα άλλο στην περιοχή, κάτασπρα σπίτια, μπλε πορτοπαράθυρα και μια αισθητική που σε έκανε να ξεχνάς πως βρίσκεσαι στη Λακωνία. Αν δεν υπήρχαν οι κεραμοσκεπές, θα ορκιζόσουν πως είσαι σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί.
Όπως έμαθα αργότερα, το χωριό ιδρύθηκε από Σπετσιώτες και αυτό εξηγεί πολλά.

Μια δροσιστική μπύρα και μια μικρή ποικιλία στο μοναδικό ανοιχτό μαγαζί του χωριού μας δρόσισαν, κι έπειτα πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Λάχι.

Τελικά, δεν είχα ξεκουραστεί τόσο καλά όσο νόμιζα. Το μεσημέρι με βρήκε πάλι ξαπλωμένο, να προσπαθώ να ξεκουράσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί.

Το απόγευμα μας βρήκε να χαζεύουμε το ηλιοβασίλεμα με χαλαρές κουβέντες επί παντός επιστητού και να απολαμβάνουμε παγωτό με γεύσεις φυστίκι Αιγίνης, στρατσιατέλα περγαμόντο και πορτοκάλι με αρμπαρόριζα. 

Ο Κυριάκος, πάντα οργανωτικός, είχε φροντίσει και για το βραδινό: σουβλάκια, πίτες, σαλάτα, παγωμένες μπύρες και φρούτο για “σβήσιμο”. Η κουβέντα ως συνήθως κράτησε μέχρι πολύ αργά.

Είναι ωραίο να συνομιλείς με ανθρώπους που σε προβληματίζουν θετικά, που σε ωθούν να σκεφτείς πιο βαθιά, να ξεκλειδώσεις γωνιές του μυαλού σου που συνήθως μένουν σιωπηλές.

Ο Κυριάκος είναι από αυτούς. Από τους συνομιλητές που σε “ανεβάζουν” που σε κάνουν να φεύγεις από μια κουβέντα λίγο πιο πλούσιος, λίγο πιο καθαρός μέσα σου.

Γιατί υπάρχουν και συνομιλητές που δεν σε εξελίσσουν, αλλά σε φθείρουν που σε τραβούν προς τα κάτω, σε κάνουν να ξεχνάς ποιος είσαι ή ποιος θα μπορούσες να γίνεις.

Με αυτές τις σκέψεις αφέθηκα στην αγκαλιά του Μορφέα!

Όλο το βράδυ ο αέρας λυσσομανούσε έξω και το πρωινό ξύπνημα από τις καμπάνες του χωριού δεν ήταν και το καλύτερο ξεκίνημα…

Η δεύτερη προσπάθεια για καφέ στέφθηκε με επιτυχία, και με τη συνοδεία από υπέροχα μουστοκούλουρα έγινε καταπληκτική.

Ο Κυριάκος άργησε να ξυπνήσει ή μάλλον εγώ ξύπνησα πολύ νωρίς κι έτσι αφέθηκα στις σκέψεις μου, σχεδιάζοντας την επιστροφή.

Όταν σηκώθηκε και ο Κυριάκος, φάγαμε πρωινό μαζί. Είχε έρθει και ο ξάδερφός του, ο Δημήτρης, για παρέα. Ο αέρας δε μας άφηνε να καθίσουμε στη βεράντα, κι η θάλασσα στο βάθος είχε γεμίσει “προβατάκια” λευκά αφρισμένα κύματα που στροβιλίζονταν σαν να ήθελαν να δραπετεύσουν.

Η κουβέντα κύλησε για άλλη μια φορά όμορφα, αλλά η ώρα είχε περάσει. Ήρθε η στιγμή να ξεκινήσω την επιστροφή.

Η Μπουμπούκα με περίμενε ανυπόμονη, έτοιμη να συνεχίσει να γράφει χιλιόμετρα σε γνώριμους και σε άγνωστους δρόμους…

Η διαδρομή μέχρι τη Μονεμβασιά ήταν πανέμορφη, αλλά ο δυνατός αέρας δεν σε άφηνε να την ευχαριστηθείς. Κατά διαστήματα, σε χτυπούσαν ριπές που σε έβγαζαν από την πορεία σου και η συγκέντρωση έπρεπε να είναι συνεχής.

Δεν μπήκα μέσα στο κάστρο. Συνέχισα την πορεία μου προς Συκέα, Μεταμόρφωση, Χάρακα, και από εκεί στο Κυπαρίσσι. Στην κάθοδο, κατάφερα να βράσω το πίσω φρένο,  πέρασα μέσα από το όμορφο χωριό χωρίς να σταματήσω, με τη σκέψη καρφωμένη στο φρένο.

Στη συνέχεια, ακολούθησα τον δρόμο προς τον Φωκιανό ένα καταπληκτικό κομμάτι ασφάλτου που ένωνε τα δύο χωριά, σχεδόν σαν να είχε ξεπηδήσει από πίστα! Μακάρι να ήταν έτσι όλοι οι επαρχιακοί δρόμοι…
Εν τω μεταξύ, πριν το Κυπαρίσσι και μετά τον Φωκιανό, οι δρόμοι δεν είχαν καμία μα καμία σχέση. Όμορφοι μεν, αλλά χωρίς την οδηγική ευχαρίστηση που σου πρόσφερε η σύνδεση των δύο χωριών.

Έκανα μια στάση για καφέ στο Λεωνίδιο, αλλά δεν κατάφερα να βρεθώ με τον φίλο μου τον Μάνο. Οπότε συνέχισα την υπέροχη παραλιακή διαδρομή μέχρι το Ναύπλιο, όπου σταμάτησα ξανά για καφέ και συνάντησα τον Γιώργο είχαμε να τα πούμε από το προηγούμενο φθινόπωρο, οπότε η ώρα πέρασε ευχάριστα με το να μου εξιστορεί πόσο πολύ άλλαξε η ζωή του με την έλευση της εγγόνας!!!

Από εκεί, μπήκα στην Εθνική, με τη Μπουμπούκα να καταπίνει τα χιλιόμετρα αμάσητα…
Τελικά, είναι ένα πολύ καλό μηχανάκι. Απλό, με καταπληκτικές τουριστικές δυνατότητες. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, με ταξίδεψε υπέροχα σε αυτήν τη βόλτα.

Είναι σαν το παλιό, καλό κρασί: όσο παλιώνει, τόσο καλύτερο γίνεται.

Η επιστροφή στην οικογενειακή θαλπωρή είχε τη δική της μαγεία.

Χαμογελαστά πρόσωπα με περίμεναν στην πόρτα, μια αγκαλια, ένα φιλί, ένα πιάτο ζεστό φαγητό και παιχνίδι με τον μικρό, που μου έδειξε χωρίς λόγια πόσο τους είχα λείψει.

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Εξερευνώντας την κεντρική Στερεά Ελλάδα με ένα Royal Enfield Super Meteor

Σάββατο 10 Μαίου 2025

Μερικές φορές, οι καλύτερες βόλτες είναι αυτές που δεν τις σχεδιάζεις.
Το Σάββατο βρέθηκε απρόσμενα ελεύθερο και δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία μεγάλη εξόρμηση με τη μηχανή, κι αυτή ήταν η κατάλληλη αφορμή.

Ο “σχεδιασμός”, όσο μπορείς να τον πεις έτσι, ήταν υπέρμετρα φιλόδοξος, επαρχιακοί δρόμοι μέχρι τα Άγραφα, μετά Μουζάκι, Αργιθέα, Άρτα, και επιστροφή Αθήνα από την εθνική. Μια γεμάτη διαδρομή, που για να τη βγάλεις, πρέπει να ξεκινήσεις νωρίς και να μην κάνεις πολλές στάσεις. Κάτι που… δεν το ‘χω. Καταρχάς, το πρωινό ξεκίνημα είναι πάντα σχετικό. Και δεύτερον το παραδέχομαι δεν μπορώ να αντισταθώ στις στάσεις για φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες.

Για τη βόλτα αυτή διάλεξα να πάρω μαζί μου την “Jo”, το Royal Enfield Super Meteor μου. Πρώτο ταξίδι μετά την αλλαγή των αμορτισέρ με Ohlins και την προσθήκη των εργοστασιακών βαλιτσών. Ήθελα να δω πώς θα σταθεί στον δρόμο, πώς θα πατήσει στους επαρχιακούς, και πόσο πρακτικές είναι τελικά αυτές οι βαλίτσες σε μια διαδρομή με πολλές στάσεις και αλλαγές ρυθμού. Χωράνε 17 λίτρα η καθεμία, θα ήταν αρκετά για όλα όσα κουβαλάς σε ένα μικρό ταξίδι;

Δεν ήταν μόνο η διαδρομή λοιπόν. Ήταν και μια δοκιμή. Για μένα, για τη Jo, και για εκείνες τις μικρές αναβαθμίσεις που θες να πιστεύεις ότι θα κάνουν τη διαφορά.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ξεκινήσαμε σχετικά αργά — γύρω στις 9 το πρωί. Πράγμα που σήμαινε ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε τον αρχικό σχεδιασμό.

Η πρώτη στάση έγινε πριν καν βγούμε από την Αθήνα, για ανεφοδιασμό της Jo. Εκεί συνέβη το πρώτο… αξιοσημείωτο της ημέρας. Κατάφεραν να βάλουν 15 λίτρα βενζίνη σε ένα ρεζερβουάρ που χωράει 15,5 — χωρίς να ξεχειλίσει. Και δεν είχα πάει άδειος! Αν αφαιρέσεις και τον όγκο που πιάνει η αντλία μέσα στο ντεπόζιτο θα έπρεπε να βάλω και στις τσέπες!

“Έχει πρόβλημα η αντλία σου,” του λέω.
“Τι εννοείς;” μου απαντάει απορημένος ο πιτσιρικάς.
“Δεν χωράει τόσο καύσιμο η μοτοσυκλέτα μου. Δεν μετράει σωστά.”
Με κοίταζε χωρίς να ξέρει τι να πει.
“Να πεις στο αφεντικό σου ότι κλέβει,” του πέταξα και δεν έδωσα συνέχεια, προς το παρόν. Θα δω πού μπορώ να τον καταγγείλω.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε η βόλτα μας. Με λίγη καθυστέρηση, μια δόση νεύρα, και τη Jo με σχεδόν φουλ ρεζερβουάρ.

Η πρώτη ουσιαστική στάση έγινε στην Οινόη για τις πρώτες φωτογραφίες. Η κίνηση ήταν σχεδόν μηδενική, και η Jo αποδείχθηκε απολαυστική στον επαρχιακό δρόμο. Τα νέα Ohlins έκαναν τη διαφορά, η μοτοσυκλέτα πατούσε σίγουρα και σε κάθε στροφή σου έδινε εμπιστοσύνη. Όσο για τις εργοστασιακές αποσκευές; Ό,τι κουβάλησα μπήκε τακτοποιημένα, χωρίς άγχος για ιμάντες, δίχτυα και αυτοσχέδιες λύσεις. Πέρα από πρακτικές, έδιναν στη Jo και μια άλλη πίσω όψη, την έκαναν πιο όμορφη, και θύμιζε Λατίνα ή Μεσογειακή θεά!

Τα χιλιόμετρα κυλούσαν ευχάριστα κάτω από τις ρόδες της. Περάσαμε την Θήβα, την Λιβαδειά, και στο Δίστομο στρίψαμε προς Ιτέα. Πριν φτάσουμε στη Δεσφίνα, κάναμε την επόμενη στάση. Λίγες ακόμη φωτογραφίες, και ευκαιρία για ένα διάλειμμα και να τσιμπήσουμε και λίγα από τα μπισκότα που είχαμε μαζί μας.

Η Jo παίζει να είναι η πιο όμορφη και αρμονική μοτοσυκλέτα που έχει βγάλει η Royal Enfield τα τελευταία χρόνια. Στα περισσότερα μοντέλα τους κάτι δεν κολλάει, κάτι δείχνει παράταιρο. Όχι εδώ. Η Jo είναι καλοστημένη, ισορροπημένη, και απλώς… σωστή.

Πριν το καταλάβουμε, είχαμε αρχίσει την κατάβαση προς την Ιτέα, κι εκεί μου ήρθε στο μυαλό κάτι που μου είχε πει ο φίλος μου ο Χρήστος (παλιός μοτοσυκλετιστής, Guzzisti, μάστορας, καταπληκτικός άνθρωπος …) για τον παλιό δρόμο, τον ξεχασμένο, που δεν τον πατά πια κανείς. Δεν άργησα να τον βρω, μου είχε δώσει οδηγίες.

Ήταν όπως τον περιέγραψε. Ξεχασμένος απ’ τον χρόνο, μόνος, χωρίς τροχούς να τον ταξιδεύουν. Η διαδρομή σφιχτή, η μία φουρκέτα διαδέχοταν την άλλη, σε έβαζε να σκέφτεσαι πώς ταξίδευαν παλιότερα. Η φύση είχε αρχίσει να τον καταπίνει. Οδόστρωμα αξιοπρεπές, αλλά ιστοί αράχνης σε όλο το πλάτος  σαν κάποιος να τον είχε σφραγίσει. Σε κάθε στροφή σκεφτόσουν να σταματήσεις. Όχι γιατί κουράστηκες αλλά γιατί η κάθε στροφή σου χάριζε και μια νέα εικόνα, κάτι που ήθελες να κρατήσεις.

Σύντομα είχαμε κατέβει το βουνό και μπήκαμε στην Ιτέα. Η Jo ανεφοδιαστηκε ξανά με καύσιμο, αυτή τη φορά στη σωστή ποσότητα και συνεχίσαμε.

Ο παραλιακός δρόμος από την Ιτέα προς το Γαλαξίδι ήταν απλώς απολαυστικός. Ο ήλιος έπαιζε πάνω στη θάλασσα, η Jo ρολάριζε ήρεμα, και η διαδρομή κύλαγε χωρίς καμία πίεση. Σταματήσαμε μόνο για να επικοινωνήσουμε με το σπίτι και να ρίξουμε μια ματιά στη διαδρομή.

Λίγο πιο κάτω αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς τα Πέντεορια και από εκεί προς το Λιδωρίκι. Λίγο πριν φτάσουμε, στρίψαμε προς το φράγμα του Μόρνου. Εκεί η εικόνα μάς έκοψε λίγο τη φόρα.

Η στάθμη του νερού ήταν πολύ πιο χαμηλή απ’ ό,τι θυμόμουν από το περασμένο καλοκαίρι. Θα περίμενε κανείς πως με τις βροχές του χειμώνα θα είχε γεμίσει ή έστω θα είχε ανέβει κάπως. Αντίθετα, έμοιαζε σαν ο χειμώνας να μην είχε περάσει ποτέ από εδώ.

Κάτι τέτοιες εικόνες σε ταρακουνούν. Σε βάζουν να σκέφτεσαι πού πάει όλο αυτό, αν συνεχιστεί η ξηρασία τι μας περιμένει.

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό, βάλαμε μπροστά και συνεχίσαμε. Στη διασταύρωση, στρίψαμε δεξιά…

Φτάνουμε στο χωριό Κόκκινο. Έρημο, σιωπηλό, και η μελωδία της Jo ήρθε να ταράξει για λίγο την ησυχία του. Όμορφες αυλές με ανθισμένα λουλούδια, όλα έδειχναν να έχουν σταματήσει στον χρόνο.

Στην έξοδο του χωριού σταματάμε και τότε καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πάρει λάθος δρόμο. Πρέπει να επιστρέψουμε πίσω, στη διασταύρωση στο φράγμα. Τελικά ο σωστός δρόμος είναι προς το Κροκύλειο.

Δεν αργήσαμε να ξαναβρούμε την πορεία μας. Λίγο πιο κάτω, βλέπουμε έναν άλλον μοτοσυκλετιστή να ξεκουράζεται κάτω από τη σκιά των δέντρων. Ένα νεύμα αρκούσε, οι δύο ταξιδευτές είπαν περισσότερα χωρίς λόγια.

Η ώρα είχε προχωρήσει και το στομάχι μου άρχισε να διαμαρτύρεται. Λίγο πριν το Κροκύλειο, βλέπω ένα εκκλησάκι με σκιά και μια βρύση με τρεχούμενο νερό. Σταματήσαμε. Ξεκούραση κάτω από τον πυκνό ίσκιο των δέντρων.

Βγάλαμε το σάντουιτς που είχε ετοιμάσει η αγαπημένη μου. Η Jo στεκόταν απέναντί μου και, για μια στιγμή, μου φάνηκε πως με κοίταζε παραπονιάρικα σαν να μου ‘λεγε “δώσε μου κι εμένα μια μπουκιά.”

Το νερό της βρύσης μας δρόσισε, φτιάξαμε κι ένα καφεδάκι, και το απολαύσαμε ρεμβάζοντας.

Με το στομάχι γεμάτο και την ενέργεια ανανεωμένη, συνεχίσαμε τη διαδρομή μας.

Περάσαμε το Κροκύλειο, τους Πενταγιούς, και συνεχίσαμε προς Αρτοτίνα και Γραμμένη Οξυά, κάνοντας κάποιες στάσεις για φωτογραφίες. Όμορφα χωριά, με τα πέτρινα σπίτια και τις λουλουδιασμένες αυλές τους. Δυστυχώς όμως, σχεδόν άδεια. Περιμένουν και αυτά υπομονετικά κάποια αργία για να έρθουν επισκέπτες, ή να γυρίσουν για λίγο οι ιδιοκτήτες τους.

Μετά τη Γραμμένη Οξυά, ο δρόμος γίνεται βατός χωματόδρομος. Καθώς ανηφορίζουμε, αρχίζει να ψιχαλίζει. Ο καιρός κλείνει, τα σύννεφα κατεβαίνουν χαμηλά, και η ατμόσφαιρα γίνεται σχεδόν απόκοσμη.

Κι όμως, η Jo παρά το ότι είναι cruiser με ασφάλτινα λάστιχα και ρυθμίσεις στέκεται άψογα στο χώμα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σου εμπνέει εμπιστοσύνη. Ό,τι και να βρει μπροστά της, μοιάζει ικανή να το περάσει. Και έτσι απλά συνεχίσαμε.

Μέσα στην ομίχλη, συναντάμε μια παρέα με χωμάτινα μηχανάκια. Μας κοιτούν με απορία, και πάλι, ένα νεύμα είναι αρκετό. Οι ταξιδιώτες καταλαβαίνονται μεταξύ τους.

Μπαίνουμε στο πυκνό δάσος. Η ομίχλη το τυλίγει σιγά-σιγά και του δίνει μια σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση. Που και που σταματάμε για φωτογραφίες, ώσπου τελικά φτάνουμε στο μνημείο της Ελληνικής Επανάστασης. Εκεί τελειώνει ο χωματόδρομος και ξεκινά η άσφαλτος προς το Γαρδίκι.

Αρχίζουμε την κατάβαση, και το τοπίο γίνεται όλο και πιο όμορφο. Σε προκαλεί να σταματήσεις, να το χαζέψεις, να το αποθανατίσεις. Και φυσικά, η Jo πάντα πρόθυμη, το τέλειο μοντέλο για κάθε φόντο.

Λίγο πιο κάτω βρίσκουμε μια βρύση, ιδανική στάση για να φτιάξουμε έναν καφέ και να τσιμπήσουμε λίγα μπισκότα. Η καλή μου σύζυγος είχε φροντίσει να βρίσκονται όλα στις αποσκευές, καφεδάκια στιγμής, μπισκότα, σάντουιτς, τα πάντα.

Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω ότι, με την ώρα να πλησιάζει πέντε, τα Άγραφα δεν θα τα δούμε ούτε από μακριά. Οπότε, αλλαγή σχεδίου. Ανοίγουμε το GPS και βρίσκουμε νέα διαδρομή από το Γαρδίκι προς τα Πουγκάκια, μετά Μακρακώμη, Λαμία και πίσω Αθήνα.

Εκεί που είμαι χαμένος στις σκέψεις μου, ακούω μηχανές να πλησιάζουν. Ήταν τα παιδιά από το advride.gr, που χαρτογραφούσαν τη διαδρομή για την ετήσια χωμάτινη εκδρομή τους. Τυχαία συνάντηση στον δρόμο με γνωστούς, λίγα λόγια, ένα χαμόγελο. Δεν είχαν χρόνο να σταθούν έπρεπε να συνεχίσουν για την Άνω Χώρα.

Αφού ήπιαμε τον καφέ μας και αναπροσαρμόσαμε τη διαδρομή, ήρθε η ώρα να ξανακαβαλήσω τη Jo και να συνεχίσουμε κι εμείς τον δρόμο μας.

Κατηφορίζουμε προς το Γαρδίκι με τον ήλιο να γέρνει και τον αέρα να μυρίζει καμένο ξύλο από τις καμινάδες. Στη διασταύρωση δείχνει δεξιά για Λαμία και αριστερά για Πουγκάκια. Τι να διαλέξω; την γρήγορη επιστροφή; Ίσως. Αλλά εμείς δεν βιαζόμαστε και δεν έχουμε δει ποτέ τα Πουγκάκια.

Στρίβουμε αριστερά. Η διαδρομή πανέμορφη. Περνάμε το Παλαιοχώρι και φτάνουμε στα Πουγκάκια. Στην πλατεία, ο δρόμος στενεύει. Κάτι λέει μέσα μου πως τα πράγματα μπροστά δεν θα είναι εύκολα.

Ρωτάμε στο καφενείο. Ο δρόμος συνεχίζει, αλλά είναι χωματόδρομος. Μου λένε να το αποφύγω. “Καλύτερα να γυρίσεις πίσω.” Αλλά εγώ, αγύριστο κεφάλι.

Το GPS με βγάζει δεξιά, προς Κανάλια. Ο δρόμος ύποπτος. Μία κατηφόρα, μετά άλλη πιο σαθρή, μετά κι άλλη. Η Jo αρχίζει να γλιστράει. Χτυπάνε καμπανάκια στο κεφάλι μου. Σβήνω τον κινητήρα, κατεβαίνουμε σιγά, με φρένο μπροστά και τον συμπλέκτη να κρατά πίσω.

Στο ποτάμι ο δρόμος είναι κομμένος. Ένας ντόπιος με κοιτά με απορία. Μου λέει να γυρίσω πίσω και να πάω προς Πίτσι, θα ακολουθήσει με το παπάκι του μηπως και χρειαστώ βοήθεια. Ξεκινάμε.

Η Jo δεν δείχνει να ζορίζεται να ανέβει τις ανηφόρες και αρχίζουμε την μία μετα την άλλη να τις ανεβαίνουμε … ο ντόπιος με το παπι δεν φαίνεται πουθενά! στο πρώτο πλάτωμα που βρίσκω σταματάω, λές να έπεσε σκέφτομαι, αφουγκράζομαι για να ακούσω το μοτερ απο το παπί τα δευτερόλεπτα περνάνε χωρίς να ακούω τίποτα … και πάνω που έχω αρχίσει να σκέφτομαι να γυρίσω πίσω να τον ψάξω νάτος εμφανίζεται …

Φτάνει δίπλα μου και τον βάζω μπροστά να μην τον έχω άγχος και ήταν η τελευταία φορά που τον είδα  …

Στα μέσα μιας απότομης ανηφόρας, η Jo αρχίζει να ξεψυχά, έχει κουραστεί (ειχα δευτέρα). Πατάω φρένο. Δεν κρατά. Γλιστράμε πίσω. Πέφτουμε. Η Jo ξαπλωμένη με τους τροχούς προς την ανηφόρα, εγώ κουτρουβαλάω κάτω.

Δεν μπορώ να το πιστέψω. Βγάζω κράνος και γάντια. Κοιτάζω την Jo σαν να την πλήγωσα. 240 κιλά. Θα την σηκώσω; Την πιάνω από το τιμόνι. Σηκώνεται πιο εύκολα απ’ όσο περίμενα.

Ξαναγλιστράει. Βάζω μπροστά, πρώτη, συμπλέκτη. Ο πίσω τροχός σπινιάρει αλλά σταματά την ολίσθηση. Την περπατάω μέχρι το τέλος της ανηφόρας. Την στηρίζω στον πλαϊνό ορθοστάτη. Μικρές ζημιές, μια στραβωμένη μανέτα συμπλέκτη και μια γρατζουνισμένη αριστερή βαλίτσα. Φτηνά τη γλιτώσαμε.

Κατεβαίνω, μαζεύω τα πράγματα και συνεχίζουμε. Ο δρόμος προς Πίτσι είναι πιο βατός. Λασπολακούβες με βατραχάκια, ένα ελάφι που πετάγεται μπροστά μας και χάνεται στην πλαγιά, ένας λαγός πανικόβλητος. Η Jo τραντάζει τη σιωπή του δάσους με τις εξατμίσεις της. Ο ήλιος κοντεύει να δύσει. Εγώ δεν ξέρω πότε θα ξαναδώ πολιτισμό.

Αγωνία. Κι αν με πιάσει η νύχτα εδώ πάνω; Εντάξει έχουμε νερό, έχουμε φαγητό. Θα την παλέψουμε. Η Jo δεν το βάζει κάτω. “Κάνε κουράγιο”, μοιάζει να μου λέει. “Σε λίγο θα βγούμε στην άσφαλτο.”

Και βγήκαμε. Στο Πίτσι. Δύο τσοπανόσκυλα μας γαυγίζουν πίσω από έναν φράχτη, ευτυχώς δεν βγήκαν.

Χαρούμενος που τα χειρότερα πέρασαν και σαφώς σοφότερος, περνάω το χωριό Λευκάδα και φτάνω στη Μακρακώμη. Ανεφοδιάζω την Jo.

Η συνέχεια μας βρίσκει στην εθνική. Περνάμε την Λαμία και σταματάμε στον σταθμό της Αταλάντης. Εκεί, καταβροχθίζουμε το δεύτερο σάντουιτς της ημέρας και τα τελευταία μπισκότα, η Jo είναι ακόμα χορτάτη από το προηγούμενο γεύμα.

Λίγο μετά τις 12, φτάνουμε στο σπίτι. Η Jo μας έφερε πίσω, κρατώντας έναν ήρεμο ρυθμό.

Την χάιδεψα. Την καληνύχτισα. Της υποσχέθηκα να μην την ταλαιπωρήσω έτσι ξανά. Την άφησα να ξεκουραστεί.

Εγώ; Πήγα κι αφέθηκα στην πιο γλυκιά αγκαλιά που με περίμενε στο σπίτι.

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Χαμένοι στις πλαγιές του Πάρνωνα

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Την εκδρομή την κανόνισε ο Θανάσης, είχε στο μυαλό του να επισκεφτούμε κάποια χωριά στον Πάρνωνα και στον Ταΰγετο. Το ραντεβού ήταν μετά τα διόδια της Ελευσίνας, αλλά όπως πάντα, άργησα. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και αποφασίσαμε να βρεθούμε στα ΣΕΑ Σπαθοβουνίου.

Ξεκίνησα λίγο αγχωμένος, αλλά η Τζό (Royal Enfield Super Meteor 650) με έβαλε σε τάξη. Τα χιλιόμετρα της εθνικής μέχρι το Σπαθοβούνι πέρασαν γρήγορα , Η Τζό τα κατάπινε χωρις πρόβλημα μόνο ο αέρας ήταν λιγο ενοχλητικός, τίποτα άλλο.

Στα ΣΕΑ, βρήκα τα παιδιά να πίνουν καφέ: ο Θανάσης με το Continental 650 και ο Θάνος με το Triumph Speed Twin. Πήρα και εγώ ένα καφεδάκι και πιάσαμε κουβέντα για το πλάνο. Το πρόγραμμα του Θανάση έμοιαζε φιλόδοξο, και εκεί πετάγεται ο Θάνος:
«Δεν έχω πάει ποτέ στον Κοσμά. Ούτε έχω δοκιμάσει το φημισμένο γαλακτομπούρεκο …»

Δανειστήκαμε και τελικά αγοράσαμε έναν χάρτη και σχεδιάσαμε μια διαδρομή προς Κοσμά, περνώντας κι από κάποια άλλα χωριά που θέλαμε να δούμε. Αφήνουμε πίσω μας την Εθνική στην έξοδο για Ναύπλιο και από εκεί τραβάμε προς Άστρος μέσω Άργους. Οι δρόμοι γνωστοί, οικείοι .

Ξεκινάμε την ανάβαση προς τον Πλάτανο. Η διαδρομή πανέμορφη, με στάσεις για φωτογραφίες, τσιγάρο (Θανάσης) και κουβέντα. Λίγο πιο κάτω, βλέπουμε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με σκασμένο λάστιχο, σταματήσαμε, το αλλάξαμε (μάς πήρε μερικά λεπτά) και συνεχίσαμε.

Στον Πλάτανο κάτσαμε στον ξενώνα Άννα, και πριν το πολυσκεφτούμε είχαν παραγγελθεί ομελέτες και λουκάνικα τα οποία καταβροχθίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και στην συνέχεια κουβεντούλα με συνοδεία καφέ. Πανέμορφο χωριό, το φαγητό καταπληκτικό αλλά η ώρα περνάει και εμείς έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.

Συνεχίζουμε, περνάμε Σίταινα και Καστανίτσα, και βουτάμε κυριολεκτικά στον καταπράσινο Πάρνωνα, κάνοντας τις απαραίτητες στάσεις για φωτογραφίες και να θαυμάσουμε το τοπίο. Κανένα σήμα στο κινητό. Ούτε GPS. Ευτυχώς είχαμε τον χάρτη. 

Αναγκαστική στάση, άνοιγμα του χάρτη και τελικά ανακαλύψαμε ότι κατευθυνόμασταν λάθος …

Είχαμε πάρει πορεία βόρεια, προς Βαμβακού, ενώ στόχος ήταν ο Νότος ο Κοσμάς.

Ο Θάνος είχε αγχωθεί ότι χαθήκαμε, ο Θανάσης σκεφτόταν την αυτονομία της μηχανής του, η Τζό μου “έκλεινε” το ένα της μάτι σαν να μου έλεγε μην ανησυχείς το έχω …

Πήραμε τα πίσω μπρός και καταλήξαμε στα Τσίντζινα (Πολύδροσο), για καφέ στο «Κουκουνάρι». Εκεί μάθαμε πως ο δρόμος για τον Κοσμά είναι κακός χωματόδρομος. Το επιβεβαίωσε μετά απο τηλεφωνική επικοινωνία και ο Μανώλης από τη Μοτοπαρέα Λεωνιδίου.

Ο Θάνος δεν ήθελε να ταλαιπωρήσει το Triumph και έτσι εγκαταλείψαμε την προσπάθεια. 

Σχεδιάσαμε νέα διαδρομή με τη βοήθεια των ντόπιων και κινηθήκαμε προς Σπάρτη. Φτάσαμε ενώ είχε πέσει το σκοτάδι και ψάχναμε βενζινάδικο. Ξεδιψάσαμε τα “άτια” μας και ξεκινήσαμε την επιστροφή από την επαρχιακή οδό  Σπάρτης – Τρίπολης.

Τα πρόσθετα φώτα που έχω στην Τζο έκαναν εξαιρετική δουλειά – δεν τύφλωναν και φώτιζαν σωστά. Απο τις λίγες φορές που μπορώ να πώ ότι έβλεπα την νύχτα !!!

Μεγάλη διαφορά στον φωτισμό σε σύγκριση με τις αλλες μηχανές της παρέας.

Εν τω μεταξύ η θερμοκρασία είχε αρχίσει να πέφτει και όσο πλησιάζαμε προς την Τρίπολη έπεφτε όλο και πιο πολύ . Από τη ζέστη της μέρας, περάσαμε στο τσουχτερό κρύο.
Ο Θανάσης πέρασε μπροστά μιας και είχε αναλάβει την διατροφή μας και μας οδήγησε στην Κερασίτσα, στο μαγαζί «Ρίγανη», να ζεσταθούμε λίγο και να φάμε κάτι.

Στην Εθνική οδό, μέχρι την Κόρινθο, πραγματικά παγώσαμε, νομίζω ότι μόνο μέσα στα τούνελ έκανε ζέστη,  το να περάσουμε απο το Σπαθοβούνι ήταν μαρτυρικό, η υγρασία και η παγωνιά έκανε τα χιλιόμετρα να φαίνονται διπλά. Όσο πλησιάζαμε την Αθήνα, η θερμοκρασία ανέβηκε λίγο και έκανε την διαδρομή υποφερτή.Χωριστήκαμε με τον Θάνο στα διόδια της Ελευσίνας. Ο Θανάσης κι εγώ συνεχίσαμε μαζί.


Ο Πάρνωνας μάς άφησε εκκρεμότητες. Μας μάγεψε.
Θα επιστρέψουμε.

“Chunky” Gets Tested (BMW R850GS)

The Curse of Time

In most fairytales, there’s a dragon. In Chunky’s case, it’s her age.

It’s rare to find an older bike where the previous owner genuinely tried to keep it like new. Usually, they keep it looking decent, do the bare minimum for maintenance, and fix things only when they break. Preventative replacements? Almost never.

Suspension? Rarely new. At best, maybe a rebuilt shock. Spring upgrades? Not even discussed, the mindset is, “these things never break.” And with the Telelever front end, many believe it doesn’t need replacement at all. Wrong assumptions about what the fork does or doesn’t do.

Wiring and hoses? That’s usually chaos. “If it hasn’t failed, don’t touch it” even if the wiring harness is already falling apart.

Buying an older bike, you know you’re in for a rebuild. How deep that goes depends on how much trust you want to feel when riding. Often, the cost ends up higher than the purchase price. And since you’ll never get that money back, most people just give up: “not worth it.”


What It’s Been Like Together

That’s kind of how things are between me and Chunky, torn between what I should do, what I want to do, and the way I’ve imagined her in my head.

After every major change, I take her out for a ride. This time, I replaced the front shock, rebuilt the rear, synced the throttle bodies, adjusted them, and swapped in injectors from a 1200.

The improvement in handling is clear even though I haven’t nailed the settings yet. The damping works much better you can feel the wheels connected to the road.


First Stop: Psatha

The route was familiar old national road toward Thiva, then through Agia Sotira to Psatha. I stopped now and then for pictures or just to take in the view.

I’m happy with the new front shock. The rear is better than before, but the difference between the two is obvious. Chunky rides well, perfect for flowing country roads. She doesn’t like sudden gear changes, luckily she’s got torque so you don’t have to shift often.

After about 3,000 km together, her main drawback is still her weight. You feel it every time you stop.


A Surprise Dirt Road

Just before Psatha, I pulled over at a clearing. I spotted a dirt road disappearing into the distance. Didn’t take long to decide I had to check it out, and see how Chunky handles off-road.

With the fresh suspension, I felt secure. But if she starts to tip, you’ll need strength and sweat to get her upright again. Her balance is excellent, and at low speeds she tackles obstacles with ease. While you’re riding, you don’t feel her weight. It’s only when you put a foot down that you remember why you called her “Chunky.”

The road sloped downhill, and the rain had carved it up. Washout after washout but she held her ground like a lady. Her “high heels” (the dual-purpose tires) handled it well, even though they’re not full off-road.

I thought the road would lead to a quiet beach—instead, it popped out onto the paved road to Porto Germeno. So I turned around and took the same dirt path back. Thanks to the short first gear and strong torque, climbing back up was a breeze, no clutch slipping needed.


A Breather at Psatha, Twists Toward Schinos

We chilled on Psatha beach for a breather, then continued toward Schinos through Alepochori. The road there is twisty with good asphalt, a great setup for Chunky to show her other side. She’s a joy in tight corners. She’s got the handling but no growl to stir your soul, another one of her weak points, maybe.


Stop at Pisia – and a Small Climb

Just before Pisia, we saw a slightly muddy incline. We stopped. I looked her in the eye, well in her one and only eye (headlight) and asked her, “What do you think?” She answered, “Let’s go.”

Second gear, and we climbed it like it was nothing. I’d planned to go up and come right back down, but the trail looked too interesting. A little further, then a little more, chasing the perfect photo spot… and eventually, we popped out onto the tarmac just before Perachora.


Heraion – Melagavi – and the Way Back

We kept going toward Lake Vouliagmeni, then visited the Heraion archaeological site and the Melagavi lighthouse. I left Chunky parked and walked the site. I’d have never visited it before, totally worth it.

She waited patiently. The ride to Loutraki was beautiful. We found a good rhythm, stopping only for a few photos.


The Verdict

The BMW R850GS reveals its strengths on the open road. It keeps a steady pace without demanding much from the rider. It still has plenty to offer despite its age. As long as you give it the care it needs.

And that’s when the questions start creeping in: Is it worth pouring more money into her, or is it time to let go? Is she a bottomless pit, or a worthy partner, one who gives back as much as you give?

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

“Chunky” – A BMW R850GS in My Hands

It’s often hard to stay objective—especially when emotion, logic, and personal experience get tangled up. And when it comes to motorcycles, things get even messier.

There was nothing logical about buying the BMW R850GS (which, due to its weight, I’ll refer to as “Chunky”). There was no real need, no practical reason. Just a deep, long-standing desire to own one—without even knowing what it could offer me.

Until 2019, before a trip to Turkey, I had my mind set on the BMW R80GS. But its weak brakes and high price held me back. Around that time, the Moto Guzzi V85TT appeared, which I saw as a modern-day R80GS, but its cost was just too much. That’s when the R850GS caught my eye.

The years went by with a few failed attempts to get one—until, out of the blue, I came across a slightly used Moto Guzzi V85TT. I bought it, rode it a lot, and quickly realized that despite its charm, the Italians had rushed it to market without ironing out the model’s issues.

The Guzzi went, but the desire for the BMW stayed. After some nudging from friends and a few sleepless nights of internal debate, I made the decision. I found an R850GS in decent shape, and after an intense negotiation with my beloved wife aka the “Minister of Finance” (who initially reacted strongly), the deal was finally approved—somewhere between strike threats and the declaration, “I’m not washing another dish unless there’s hot water!”


First Impressions & Riding

Chunky’s first big ride was a trip to Thessaloniki to get a set of Motoz Tractionator GPS tires—and to see how she handles on the highway (and meet up with a few buddies).

The highway ride instantly highlighted her strengths: effortless on long hauls, rock-solid at high speeds, and largely unaffected by crosswinds. At 150 km/h she cruises without a fuss, and a small visor added above the stock windscreen made a noticeable difference in wind protection.

She gives you the feel of a bike with a long wheelbase but with the agility of a shorter one—and with a handlebar that turns a lot. That takes some getting used to, along with the vague feedback from the front wheel.

The second ride took us through country roads and a bit of off-road to see how she handles outside the highway. The route included the old national road, passes through Loutra Oraias Elenis, Athikia, Agionori, Ligourio, Kranidi, and Ermioni, then on through Lemonodasos, Galatas, Epidaurus and back—with junior tagging along until we reached Kineta. The roads were twisty, the scenery beautiful, and Chunky seemed to enjoy every single curve. Her suspension, though tired, did its best to keep up.

The trip began with a hearty breakfast—Chunky filled up on regular gas. A few hours later, I found myself on a bench near a souvlaki joint at the port of Koilada, enjoying my meal with a view of the boats. I could feel her one big square headlight staring at me—as if to say, “Seriously? Not even a bite for me?” But let’s be honest, she was still digesting her own breakfast.

The Motoz Tractionator GPS tires performed great on the road, with solid grip and confidence through turns. On loose gravel they didn’t seem bothered, and they handled early morning moisture well—considering their design.


Technical Notes & Issues

On the way back from Thessaloniki, we hit the first “bug.” It was December, temperatures were in the single digits, and suddenly there was a loud hum—like the sound of tires on rough pavement. Turned out the speedo cable needed lubrication where it connects to the gauge—a common issue in cold weather, as we later read.

On the second ride, a new problem showed up: an annoying rattle that got worse on bumpy roads. When George took her for a spin, he realized the noise disappeared if you were standing on the pegs—not sitting on the seat. A bit of lube on the subframe bolts fixed it for now, but it’ll need monitoring.

She might be a bit of a diva, but Chunky is also sensitive. She needs her lube—otherwise she creaks and complains like a neglected lover.


Weaknesses I’ve Noticed So Far

Fuel tank capacity: Even though it’s a 24-liter tank, only about 20 are usable because there’s no communication between the tank’s two sides. There are some DIY fixes to access another 3 liters, but if that’s still not enough, the 30-liter tank from the R1150GS Adventure is the only real solution.

Lighting: Her cyclopean look isn’t just an aesthetic issue—it’s a functional one too. The single square headlight barely lights the road at night, making nighttime rides feel like a journey “toward the light”—just with the hope it’s not your last one. A wiring upgrade and a headlamp upgrade is a must.

Suspension: While stable overall, the suspension’s definitely showing its age, especially on rough roads.

Engine performance: After trying George’s R1100GS, I noticed its engine runs smoother. That either means mine isn’t running quite right, or all the hype about the smoother performance of the smaller 850 engine was just talk.

Weight: There’s no workaround here—you just have to get used to it.


Initial Comparison with the Moto Guzzi V85TT

On the highway, the R850GS is more stable and fuel-efficient (6–6.5 L/100km), while the Guzzi guzzles more (8–9 L/100km).

On country roads though, the Guzzi fights back—it’s easier to get 4 L/100km if you take it easy, and it’s noticeably lighter when stationary. That said, it has a higher center of gravity, and once moving, I’d say the R850GS actually feels lighter. Plus, Chunky gives you more confidence in the corners—and unlike the Guzzi, she doesn’t throw a tantrum when she gets hot.


Where We Stand So Far…

Even though she’s Bavarian, and might bring to mind red leather lingerie and whips, the truth is, Chunky’s nothing like that. She’s more like a cold English aristocrat—everything by the book, keeping her distance. Her engine and exhaust note don’t excite you, but they don’t wear you out on long trips either. She’s comfortable, relaxing—but we haven’t truly clicked yet. We’re not at that point where I feel she was made just for me.

She may be dressed in red, looking ready for passion and adventure, but in reality, she’s reserved and proper. Like she’s waiting for the right dance partner to finally let loose on the open road.

Maybe, with time, as I get to know her better and she adapts to my hands, things will change. Maybe the cold-hearted countess will start to melt…


To be continued…
(Next episode: the first repairs and upgrades)

Η “Στρουμπουλή” δοκιμάζεται (BMW R850GS)

Ο δράκος της παλαιότητας

Στα περισσότερα παραμύθια υπάρχει κι ένας δράκος. Στην περίπτωση της “στρουμπουλής”, αυτός είναι η ηλικία της.

Δύσκολα βρίσκεις ώριμη μοτοσυκλέτα όπου ο προηγούμενος ιδιοκτήτης να έχει προσπαθήσει πραγματικά να τη διατηρήσει σαν καινούργια. Συνήθως την κρατάνε εμφανίσιμη, τη συντηρούν στα βασικά, και αν κάτι χαλάσει, το φτιάχνουν. Προληπτικές αντικαταστάσεις; Σπάνια.

Αναρτήσεις; Σπανίως καινούργιες. Στην καλύτερη, ίσως επισκευασμένο το υδραυλικό ενός αμορτισέρ. Αλλαγή ελατηρίων; Εκτός κουβέντας — κυριαρχεί η λογική “αυτά δεν παθαίνουν τίποτα”. Και λόγω του telelever μπροστινού, πολλοί πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται αντικατάσταση. Λάθος εντυπώσεις για το τι κάνει και τι δεν κάνει το πιρούνι.

Καλωδιώσεις και σωληνώσεις; Εκεί επικρατεί χάος. “Αφού δεν χάλασε, μην το πειράζεις” — ακόμη κι αν η πλεξούδα έχει αρχίσει να μαδάει.

Αγοράζοντας μια παλιά μοτοσυκλέτα, ξέρεις ότι πας για ανακατασκευή. Το πόσο εκτεταμένη θα είναι εξαρτάται από το πόση εμπιστοσύνη θέλεις να νιώθεις πάνω της. Συχνά, το κόστος της υπερβαίνει την αρχική τιμή αγοράς. Και επειδή τα λεφτά αυτά δεν πρόκειται να τα πάρεις πίσω, πολλοί απλώς παραιτούνται: “δεν αξίζει”.


Η δική μου συμβίωση

Κάπως έτσι είναι και η δική μου ιστορία με τη “στρουμπουλή” — ανάμεσα σε “πρέπει” και “θέλω”, και στο πώς την έχω φανταστεί.

Μετά από κάθε μεγάλη αλλαγή, της κάνω μια βόλτα. Αυτή τη φορά, άλλαξα το μπροστινό αμορτισέρ, επισκεύασα το πίσω, έκανα συγχρονισμό στα σώματα ψεκασμού, ρύθμισή τους, και έβαλα μπεκ από το 1200.

Η διαφορά στο πάτημα είναι αισθητή, παρόλο που δεν έχω βρει ακόμα τις σωστές ρυθμίσεις. Οι αποσβέσεις δουλεύουν πολύ καλύτερα — νιώθεις τους τροχούς να ακολουθούν το δρόμο.


Πρώτη στάση: Ψάθα

Η διαδρομή γνώριμη: παλιά Εθνική προς Θήβα και μετά, από την Αγία Σωτήρα προς Ψάθα. Σταματάω πού και πού για φωτογραφίες ή για να χαζέψω το τοπίο.

Είμαι ικανοποιημένος από το νέο μπροστινό. Το πίσω δουλεύει καλύτερα από πριν, αλλά η διαφορά σε σχέση με το μπροστινό είναι εμφανής. Η “στρουμπουλή” έχει ωραίο πάτημα, ιδανική για επαρχιακούς με ροή. Δεν της αρέσουν οι απότομες αλλαγές ταχυτήτων — ευτυχώς έχει ροπή, και δεν χρειάζονται συχνές αλλαγές.

Μετά από περίπου 3000 χλμ μαζί, το βασικό της μειονέκτημα είναι το βάρος. Κάνει αισθητή την παρουσία του κάθε φορά που σταματάς.


Χωματόδρομος στα ξαφνικά

Λίγο πριν την Ψάθα, σταματώ σε ένα πλάτωμα. Βλέπω έναν χωματόδρομο να χάνεται στο βάθος. Δεν μου πήρε πολύ: μπαίνω μέσα για να δω πού βγάζει — και να δοκιμάσω πώς συμπεριφέρεται η “στρουμπουλή” στο χώμα.

Με τις φρεσκαρισμένες αναρτήσεις, νιώθω ασφάλεια. Αν όμως αρχίσει να γέρνει, χρειάζεται γυμνασμένο κορμί και ιδρώτα για να τη σηκώσεις. Έχει πολύ καλό ζύγισμα και στις χαμηλές στροφές περνά εμπόδια με άνεση. Όσο είσαι πάνω της, δεν καταλαβαίνεις το βάρος. Μόνο αν πατήσεις κάτω — τότε σου θυμίζει γιατί την φώναξες “στρουμπουλή”.

Ο δρόμος κατηφορίζει και οι βροχές τον έχουν σκάψει. Το ένα νεροφάγωμα διαδέχεται το άλλο, αλλά εκείνη στέκεται κυρία. Οι “τακουνάτες γόβες” της (τα ελαστικά) τα καταφέρνουν καλά παρότι μεικτής χρήσης.

Πίστευα ότι ο δρόμος θα οδηγεί σε μια ήσυχη παραλία. Αντ’ αυτού, έβγαλε στον ασφαλτόδρομο για Πόρτο Γερμενό. Αναστροφή και επιστροφή από τον ίδιο χωματόδρομο. Η κοντή πρώτη σχέση και η ροπή κάνουν τις ανηφόρες παιχνιδάκι — ο συμπλέκτης δεν χρειάζεται καθόλου πατινάρισμα.


Ανάσες στην Ψάθα, στροφές προς Σχίνο

Μετά από λίγο, καθόμαστε στην παραλία της Ψάθας για μια ανάσα. Συνεχίζουμε προς Σχίνο, περνώντας από το Αλεποχώρι. Ο δρόμος, στριφτερός με καλή άσφαλτο, φέρνει στο φως το άλλο πρόσωπο της “στρουμπουλής”. Απολαυστική στο σφιχτό στροφηλίκι. Μόνο που της λείπει η ηχητική υπόκρουση — ίσως άλλο ένα από τα μειονεκτήματά της.


Στάση στα Πίσια – και μια ανηφορίτσα

Λίγο πριν τα Πίσια, βλέπουμε μια ελαφρώς λασπωμένη ανηφόρα. Σταματάμε. Την κοιτάζω στο μοναδικό της μάτι και ρωτάω: “τι λες;” Μου απαντά: “πάμε”.

Με δευτέρα στο κιβώτιο, την ανεβαίνουμε λες και δεν υπήρχε. Είχα σκοπό να ανέβω και να ξανακατέβω, αλλά η διαδρομή έμοιαζε ενδιαφέρουσα. Όλο λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, για μια ωραία τοποθεσία για φωτογραφία… και τελικά βγήκαμε στην άσφαλτο λίγο πριν την Περαχώρα.


Ηραίον – Μελαγκάβι – και επιστροφή

Συνεχίσαμε προς Λίμνη Βουλιαγμένης, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου και τον φάρο Μελαγκάβι. Άφησα τη “στρουμπουλή” στο πάρκινγκ και περπάτησα στον χώρο. Δεν είχα ξαναπάει — αξίζει.

Με περίμενε στωικά. Η διαδρομή προς Λουτράκι ήταν όμορφη. Πιάσαμε καλό ρυθμό, σταματώντας μόνο για μερικές φωτογραφίες.


Συμπέρασμα

Το BMW R850GS ξεδιπλώνει τις αρετές του στον δρόμο. Κρατάει ρυθμό χωρίς να ζητάει πολλά από τον αναβάτη. Έχει να προσφέρει πολλά — παρά τα χρόνια του. Αρκεί να του δώσεις τη φροντίδα που του πρέπει.

Και τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι: αξίζει να συνεχίσω να ρίχνω λεφτά πάνω της ή να την αποχωριστώ; Είναι, άραγε, ένα βαρέλι δίχως πάτο; Ή είναι τελικά ένας καλός σύντροφος, που όσο τον φροντίζεις, τόσο σου το επιστρέφει;

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps