Οι Τρεις Καμπαλέρος … Ένα Σάββατο στον δρόμο …

Είχα πάρα πολύ καιρό να κάνω βόλτα με τη μηχανή,

Να ταξιδέψω …

Κάτι το οποίο με βοηθάει πάρα πολύ να αδειάζω το μυαλό μου, να αποβάλλω το στρες. 

Επικεντρώνεσαι στην οδήγηση της μοτοσικλέτας και χαζεύεις το τοπίο όταν και όπου μπορείς. Οπότε το μυαλό σου αδειάζει από όλα αυτά που μπορεί να σε προβληματίζουν.

Η ιδέα έπεσε όταν ενημέρωσα δύο φίλους ότι σκέφτομαι το Σάββατο να πάω μια μεγάλη βόλτα με τη μηχανή. Η ιδέα άρεσε και σιγά σιγά βγήκε η διαδρομή, η ώρα,κτλ.

Με τα παιδιά γνωριζόμαστε χρόνια. Γνωριστήκαμε μέσω ενός φόρουμ για μοτοσικλέτες και φάνηκε ότι οι χημείες μας ταιριάζουν. Μπορεί να μην έχουμε πάντα τις ίδιες απόψεις και ιδέες για πολλά πράγματα και συχνά να διαφωνούμε, αλλά υπάρχει αλληλοσεβασμός και κατανόηση και από τους τρεις μας. Οπότε το να συνταξιδεύσεις μαζί τους είναι μια πάρα πολύ ευχάριστη υπόθεση.

Το ραντεβού δόθηκε στον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού στην Εθνική Οδό Αθηνών–Λαμίας για Σάββατο σχετικά πρωί,   εντάξει να μην τρελαινόμαστε   δέκα η ώρα το πρωί να βρισκόμαστε εκεί, Σαββατο ήταν δεν θα πηγαίναμε και κάπου υπερβολικά μακριά οπότε δεν χρειάζονταν να ξεκινήσουμε νωρίτερα

Από ετοιμασίες δεν χρειαζόταν κάτι να κάνω. Απλά να καβαλήσω το σιδερένιο άτι μου. Το μόνο που έκανα ήταν να πάρω ένα θερμός με νερό μαζί μου, μήπως και διψάσω ενδιάμεσα στις στάσεις. Αυτό μόνο.

Η μηχανή δεν χρειαζόταν τίποτα. Έτσι κι αλλιώς ήταν εκεί και περίμενε. Έχει πέσει πολύ προσοχή πάνω της το τελευταίο χρονικό διάστημα. Έχει βελτιωθεί όπου πονούσε, μένουν ακόμα κάποια κομμάτια να βελτιωθούν ή να επισκευαστούν, αλλά σε γενικές γραμμές δεν φοβάμαι ότι δεν είναι αρκετά αξιόπιστη για να με ταξιδέψει απροβλημάτιστα.

Σάββατο πρωί λοιπόν και ξεκινάω. Βάζω μπροστά τη μηχανή,  το boxer μοτέρ της γουργουρίζει.. Ένα από τα παράπονα που έχω είναι ότι ο ήχος από τη μαμά εξάτμιση είναι σχεδόν ανύπαρκτος. η όλη λειτουργία της θυμίζει χωρίς αυτό να είναι αρνητικό   κάτι “ηλεκτρικό”. Ανεβάζει στροφές πολύ ωραία, χωρίς ιδιαίτερους κραδασμούς. Ο ανύπαρκτος ήχος της εξάτμισης είναι ένα  θέμα, το οποίο θα λυθεί εν καιρώ.

Σταματάω για ανεφοδιασμό, γεμίζω τη μοτοσικλέτα, η οποία μέσα στην πόλη καίει γύρω στα 7 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα, ενώ σε αυτή τη βόλτα έκαψε 5,2 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα. Καθόλου άσχημα για ένα μηχανάκι 850 κυβικών και 26 χρονών.

Κινηθήκαμε σε κάθε είδους δρόμο,  εθνική, επαρχιακούς, ανηφόρες, κατηφόρες, χωμάτινες διαδρομές, σταμάτα–ξεκίνα, με πίεση, χαλαρά,  με πολλά και λίγα χιλιόμετρα.

Μετά τον ανεφοδιασμό, καθώς ανέβαινα την εθνική στο ύψος της εξόδου της Αττικής Οδού, έγινε κάτι απίθανο. Ο φίλος Αντώνης μπήκε στον ίδιο δρόμο την ίδια στιγμή. Συναντηθήκαμε ακριβώς στο δευτερόλεπτο. Και να το θέλαμε, δεν θα το πετυχαίναμε.

Ο φίλος λοιπόν συνοδευόταν από την κόρη του. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα για έναν πατέρα από το να μοιράζεται τέτοιες εμπειρίες με τα παιδιά του.

Συνταξιδέψαμε μαζί μέχρι τον σταθμό ανεφοδιασμού, όπου περιμέναμε και τον φίλο Γιώργο. Έφτασε λίγο καθυστερημένος   κάτι που δεν τον χαρακτηρίζει, γιατί συνήθως είναι ο πρώτος από όλους. Εγώ είμαι αυτός που καθυστερεί.

Είχε ένα θεματάκι το πρωί με τη μηχανή του, που αρνούνταν να πάρει μπροστά. Να πω ότι ο Γιώργος και ο Αντώνης έχουν BMW GS1100 διαφορετικών ετων , του Αντώνη είναι από τα τελευταία μοντέλα (2000) και του Γιώργου του ’97.

Είχε μάλλον θέμα με το immobilizer το οποίο  ξελίγωσε την μπαταρία. Η «γερμανίδα» του έκανε τα νάζια της το πρωί, αλλά δεν παρουσίασε κανένα άλλο πρόβλημα στη διάρκεια της ημέρας.

Ξεκινήσαμε και κινηθήκαμε προς Χαλκίδα. Χωρίς προβλήματα, με τάξη, με τουριστικό  ρυθμό, λίγο πολύ κοντά στα όρια ταχύτητας.

Μέχρι που φτάσαμε στη Χαλκίδα και μπλέξαμε στην κίνηση, η οποία δεν ήταν λίγη για Σάββατο πρωί. Ή μάλλον εγώ είχα καιρό να περάσω από εκεί τέτοια ώρα.

Μετά τη Χαλκίδα κατευθυνθήκαμε προς τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο. Κλασική διαδρομή για μοτοσικλετιστές. Στριφτερή με καλό οδόστρωμα και υπέροχη φύση..

Ευτυχώς, με το που ξεκίνησε το ενδιαφέρον κομμάτι της διαδρομής, δεν υπήρχε κίνηση. Οπότε ευχαριστηθήκαμε τον δρόμο. Χωρίς υπερβολές   ίσως ο Αντώνης λίγο πιο ενθουσιώδης από εμάς και καλά έκανε.

Πού και πού υπήρχαν φορτηγά ή αυτοκίνητα που μας καθυστερούσαν, αλλά συνολικά ήταν μια πολύ ωραία διαδρομή. Στροφές, ανέβα–κατέβα, ωραία φύση.

Καταλήξαμε στο Προκόπι για καφέ και λουκουμάδες, στον Αλεξίου.

Στάση, χαλάρωση, κουβέντα. Απολαύσαμε τον καφέ και τους λουκουμάδες μας. Σιγά σιγά όμως άρχισε να γεμίζει κόσμο.

Και μαζί ήρθαν και κάποια γνωστά φαινόμενα. Μηδενικός σεβασμός από κάποιους. Μηχανές παρκαρισμένες όπου να ’ναι, επίδειξη, αδιαφορία.

Κάποιος πάρκαρε σχεδόν μπροστά μας χωρίς να σκεφτεί ότι αν κατεβάζαμε τη μηχανή από το κεντρικό σταντ μπορεί να την ρίχναμε πάνω του.

Από εκεί κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Πήλι, σε μια όμορφη και σφιχτή διαδρομή. Στη συνέχεια προς την Βλαχιά, όπου κάτσαμε και φάγαμε στο “Μπαλκόνι του Αιγαίου”

Καταπληκτική θέα, καταπληκτικό φαγητό, πολύ ωραία παρέα. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Ίσως να ήταν εκεί και η αγαπημένη του ….

Στη συνέχεια κατεβήκαμε προς Λιμνιώνα. Στην αρχή είχε έργα   κόβανε δέντρα και περιμέναμε να καθαρίσει ο δρόμος. Μετά η άσφαλτος τελειώνει και γίνεται χωματόδρομος.

Όχι κάτι δύσκολο, σαθρός μέν αλλά δεν προβληματίζει, με παρεμβάσεις μετά τον χειμώνα και με κάποια έργα να γίνονται οπότε και εκεί περιμέναμε να μας ανοίξουν τον δρόμο τα μηχανήματα. Κανείς δεν αντιμετώπισε πρόβλημα, ούτε ο Αντώνης δικάβαλος με ασφάλτινα ελαστικά.

Είναι απίστευτο το πόσο καλά συμπεριφέρεται ακόμα και στους χωματόδρομους παρά το βάρος της, εχει πάρα πολύ καλό ζύγισμα και ρολάρει απίστευτα καλά σε χαμηλές ταχύτητες …

Φτιαγμένη σε μια άλλη εποχή για να μπορείς να κάνεις τον γύρο του κόσμου αρχοντικά, άνετα, απροβλημάτιστα … 

Οι στάσεις για φωτογραφίες ήταν ελάχιστες, αν και το τοπίο ήταν καταπληκτικό, ακολουθούσα τον ρυθμό της παρέας.

Όταν καθυστερούσα, με περίμεναν. Και τους το ανταπέδιδα με φωτογραφίες.

Φτάσαμε στον Λιμνιώνα σε περίπου σαράντα λεπτά. Κάναμε στάση για καφέ γιατί μετά το φαγητό είχαμε βαρύνει λίγο …

Η ατμόσφαιρα μοναδική. Είχε στηθεί ενα γλέντι σε ένα σπίτι δίπλα στην θάλασσα, μυρωδιές από ψητά, τσίκνα, ρεμπέτικη μουσική να ακούγεται, στην παραλία ανθρωποι μετρημένοι στο ένα χέρι να απολαμβάνουν τον ανοιξιάτικο ήλιο.

Αράξαμε σε μια σκιά, χαζεύαμε τη θάλασσα και τα βουνά, κουβεντιάζαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλο, περνούσε η ώρα ευχάριστα …

Μετά πήραμε τον δρόμο της επιστροφής προς Χαλκίδα.

Η διαδρομή από τον Λιμνιώνα μέχρι τον Κοντοδεσπότη μου άρεσε περισσότερο από τον Άγιο Ιωάννη. Πιο κοντά στα μέτρα μου. Ορεινή, με καταπληκτικά τοπία.

Δεν χόρταινες να βλέπεις.

Μετά Χαλκίδα και εθνική, χωρίς στάσεις. Μέχρι το τελευταίο πάρκινγκ πριν τα διόδια, όπου αποχαιρετιστήκαμε.

Ο καθένας πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του.

Μια βόλτα γύρω στα 300+ χιλιόμετρα. Σούπερ απολαυστική.

Και εδώ να πω για το μηχανάκι μου, το R850GS.

Δεν είναι τέλειο. Έχει ελαττώματα. Αλλά ακόμα και σήμερα στέκεται πολύ καλά.

Δεν σε νοιάζει ο δρόμος. Άσφαλτος ή χώμα. Έχει αναρτήσεις με διαδρομές που σήμερα τις συναντάς στα χωμάτινα μηχανάκια, ροπή, σταθερότητα.

Στρίβει απίστευτα καλά, είναι σταθερό στην εθνική, δεν σε προδίδει, ότι οδόστρωμα η απουσία αυτού και να συναντήσεις δεν θα σε προβληματίσει …

Η μόνη ένσταση είναι ο ήχος. Σχεδόν ανύπαρκτος.

Αλλά συνολικά; Απίστευτο μηχανάκι και ίσως παρεξηγημένο.

Έχουμε ταιριάξει αν και ενιότε λοξοκοιτάω σε διάφορες “σειρήνες” που προσπαθούν να με ξεμυαλίσουν είτε παλιές είτε καινούριες …

Δυσκολα θα βρω κατι να το αντικαταστησω.

Όσο για τα παιδιά… η παρέα τους είναι καταπληκτική.

Και εύχομαι πολύ σύντομα να ξαναπάμε βόλτα.

Visiting an old friend

Κάποια ταξιδία δεν τα σχεδιάζεις απλά νιώθεις να σε καλούν.

Ισως είναι η αναγκη να δραπετεύσεις απο την καθημερινότητα σου.

Ίσως απλά χρειάζεσαι έναν φίλο που να σε καταλαβαίνει και να μπορείς να συζητήσεις μαζί του.

Η απλά θές να χαθείς με την μοτοσυκλέτα σου προσπαθώντας να ανακαλύψεις τον εαυτό σου …

Ενα μήνυμα ήταν αρκετό για να πάρει μπρός το μυαλό και χωρίς πολλά πολλά Παρασκευή απόγευμα με βρίσκει να ξεκινάω μετα την δουλειά για το Λάχι Λακωνίας.

Το ταξίδι συνέπεσε με αρκετά υψηλές θερμοκρασίες κάτι το οποίο δεν θα με σταματούσε απο το να το κάνω …

Μέχρι να βγώ απο την Αθήνα και ιδιαίτερα μέχρι τα διόδια της Ελευσίνας η κατάσταση τοσο απο την υψηλή θερμοκρασία όσο και απο την κίνηση ήταν απελπιστική!

Η Μπουμπούκα (δεν την έχω βαφτίσει επίσημα ακόμα) ενα BMW R850 GS που τα έχει τα χρονάκια της (μοντέλο 2000) δεν έδειχνε να δυσανασχετεί απο την υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος και παραδόξως η ζέστη που δημιουργούσε ήταν ελάχιστη και δεν ενοχλούσε, εβαζε τα δυνατά της να με κρατήσει όσο πιο δροσερό γίνεται …

Η Μπουμπούκα είναι ένα περίεργο μηχανικό κατασκεύασμα, ο πιο γρήγορος και εύκολος προσδιορισμός της είναι ενα αυτοκίνητο σε 2 ρόδες …

Από τα διόδια της Ελευσίνας έως και την έξοδο στην Τρίπολη για Τεγέα – Σπάρτη κράταγε σταθερά 140 τα οποία το συγκεκριμένο μοντέλο τα έχει λίγο πάνω απο τις 5000 στροφές με αρκετά αποθέματα ακόμα και εδώ θα το συγκρίνω και πάλι με το Moto Guzzi V85TT που είχα που σε αυτά τα χιλιόμετρα έδειχνε ηδη τα όρια του τόσο απο αποψης σταθερότητας όσο και απο απόθεμα δύναμης η κατανάλωσης …

Η Μπουμπούκα είναι φτιαγμένη να καταπίνει χιλιόμετρα χωρίς να κουράζεται και χωρίς να σε κουράζει, είναι απόλυτα σταθερή και προβλέψιμη και σου επιτρέπει να κρατάς “υψηλές” μέσες ωριαίες ταχύτητες χωρίς να το καταλαβαίνεις απο την άλλη όμως δεν σε εξιτάρει, δεν σε φτιάχνει, δεν σε πορώνει, απλά σε ταξιδεύει!

Μετά την σήραγγα του Αρτεμισίου η θερμοκρασία έπεσε σε πιο ανεκτά επίπεδα και αυτό κράτησε μέχρι να αρχίσουμε να βλέπουμε τον Ταύγετο στο βάθος και να κατηφορίζουμε προς την Σπάρτη …

Με την πρώτη ευκαιρία σταματούσαμε για φωτογραφίες και το παγωμένο νερό που κουβαλούσα ήταν βάλσαμο.

Η πρώτη στάση για ανεφοδιασμό της Μπουμπούκας έγινε στους Μολάους και μεχρι εκεί ήπιε 17 λίτρα απλής βενζίνης για 312 χλμ, χωρίς να διαμαρτηρηθεί ούτε μια φορά (σε αντίθεση με το Moto Guzzi V85ΤΤ που θα έκανε συναυλία απο τα πυράκια και με σούπερ και θα με είχε ψησει ….)

Μετά τους Μολάους χαλάρωσα γιατι είχα την εντύπωση ότι φτάνω και αντί να κατευθυνθώ προς Ασωπό συνέχισα προς Συκέα και το σκοτάδι άρχισε να με βρίσκει στον Αγγέλωνα όπου και κατάλαβα ότι είχα πάρει τον μακρύ τον δρόμο …

Συνέχισα, πέρασα τις Βελιές, τα Τάλαντα, για να πέσω στην Δαιμονιά στον δρόμο που θα έπρεπε να είχα πάρει, κρίμα που “χάθηκα” νύχτα γιατί η διαδρομή έδειχνε πολύ όμορφη …

Η σέλα είχε αρχίσει να με κουράζει αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω στάση, φτάνω Νεάπολη και απο εκεί συνέχισα την ολιγόλεπτη ανάβαση προς το Λάχι που ήταν και ο τελικός προορισμός, όπου ο Κυριάκος με περίμενε να μου δείξει που θα αφήσω την Μπουμπούκα στα στενά σοκάκια του χωριού …

Η συνέχεια είχε κουβέντα και μια μακαρονάδα που ετοίμασε ο Κυριάκος όπου μαζί με την συντροφιά ενός ξαδέρφου του την απολαύσαμε με την συνοδεία παγωμένης μπύρας …

Οι κουβέντες συνεχίστηκαν μέχρι αργά ωσπου γλάρωσα τελείως και η κουρασή του ταξιδιού άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια …

Το σώμα μου ξύπνησε ξεκούραστο, λες και η κούραση της προηγούμενης μέρας είχε σβηστεί εντελώς μέσα σε εκείνον τον βαθύ, λυτρωτικό ύπνο.

Είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτομαι τον Κυριάκο στο χωριό του και εκτός απο καλός φίλος και συνομιλητής είναι και καταπληκτικός οικοδεσπότης αρκεί να του δώσεις τον χρόνο που χρειάζεται το πρωί για να ξυπνήσει και να αρχίσει να λειτουργεί …

Η Μπουμπούκα δεν φαινόταν από τη βεράντα  και την άφησα ήσυχη, να συνεχίσει να ξεκουράζεται με τη θέα του κόλπου και την Ελαφόνησο να αχνοφαίνεται στο βάθος.

Εγώ, από την άλλη, έδινα μάχη με τον πρώτο καφέ της ημέρας. Ένας στιγμιαίος καφές,  τι πιο απλό σκέφτηκα. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να ανακατέψεις λίγο καφέ με νερό;
Αποδείχθηκε αρκετά δύσκολο τελικά.

Όταν σε έχουν καλομάθει να σε περιμένει το καφεδάκι σου κάθε πρωί, έτοιμο στην ώρα του και στην ακριβή θερμοκρασία, το να το φτιάξεις μόνος σου μοιάζει ξαφνικά με επιστήμη.

Δεν πειράζει. Η θέα έσωζε τα πάντα.

Σύντομα ξύπνησε και ο Κυριάκος, και αφού έβγαλε βόλτα τον σκύλο του, καθίσαμε να φάμε πρωινό, φρυγανισμένο ψωμί με βούτυρο και μια μίξη μαρμελάδας λεμονιού και πορτοκαλιού, παραδόξως αρκετά γευστική.

Οι κουβέντες και οι αναλύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζαμε πώς θα περάσουμε τη μέρα. Τελικά, αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι το χωριό Βελανίδια ένα μέρος που δε μοιάζει με κανένα άλλο στην περιοχή, κάτασπρα σπίτια, μπλε πορτοπαράθυρα και μια αισθητική που σε έκανε να ξεχνάς πως βρίσκεσαι στη Λακωνία. Αν δεν υπήρχαν οι κεραμοσκεπές, θα ορκιζόσουν πως είσαι σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί.
Όπως έμαθα αργότερα, το χωριό ιδρύθηκε από Σπετσιώτες και αυτό εξηγεί πολλά.

Μια δροσιστική μπύρα και μια μικρή ποικιλία στο μοναδικό ανοιχτό μαγαζί του χωριού μας δρόσισαν, κι έπειτα πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Λάχι.

Τελικά, δεν είχα ξεκουραστεί τόσο καλά όσο νόμιζα. Το μεσημέρι με βρήκε πάλι ξαπλωμένο, να προσπαθώ να ξεκουράσω το ταλαιπωρημένο μου κορμί.

Το απόγευμα μας βρήκε να χαζεύουμε το ηλιοβασίλεμα με χαλαρές κουβέντες επί παντός επιστητού και να απολαμβάνουμε παγωτό με γεύσεις φυστίκι Αιγίνης, στρατσιατέλα περγαμόντο και πορτοκάλι με αρμπαρόριζα. 

Ο Κυριάκος, πάντα οργανωτικός, είχε φροντίσει και για το βραδινό: σουβλάκια, πίτες, σαλάτα, παγωμένες μπύρες και φρούτο για “σβήσιμο”. Η κουβέντα ως συνήθως κράτησε μέχρι πολύ αργά.

Είναι ωραίο να συνομιλείς με ανθρώπους που σε προβληματίζουν θετικά, που σε ωθούν να σκεφτείς πιο βαθιά, να ξεκλειδώσεις γωνιές του μυαλού σου που συνήθως μένουν σιωπηλές.

Ο Κυριάκος είναι από αυτούς. Από τους συνομιλητές που σε “ανεβάζουν” που σε κάνουν να φεύγεις από μια κουβέντα λίγο πιο πλούσιος, λίγο πιο καθαρός μέσα σου.

Γιατί υπάρχουν και συνομιλητές που δεν σε εξελίσσουν, αλλά σε φθείρουν που σε τραβούν προς τα κάτω, σε κάνουν να ξεχνάς ποιος είσαι ή ποιος θα μπορούσες να γίνεις.

Με αυτές τις σκέψεις αφέθηκα στην αγκαλιά του Μορφέα!

Όλο το βράδυ ο αέρας λυσσομανούσε έξω και το πρωινό ξύπνημα από τις καμπάνες του χωριού δεν ήταν και το καλύτερο ξεκίνημα…

Η δεύτερη προσπάθεια για καφέ στέφθηκε με επιτυχία, και με τη συνοδεία από υπέροχα μουστοκούλουρα έγινε καταπληκτική.

Ο Κυριάκος άργησε να ξυπνήσει ή μάλλον εγώ ξύπνησα πολύ νωρίς κι έτσι αφέθηκα στις σκέψεις μου, σχεδιάζοντας την επιστροφή.

Όταν σηκώθηκε και ο Κυριάκος, φάγαμε πρωινό μαζί. Είχε έρθει και ο ξάδερφός του, ο Δημήτρης, για παρέα. Ο αέρας δε μας άφηνε να καθίσουμε στη βεράντα, κι η θάλασσα στο βάθος είχε γεμίσει “προβατάκια” λευκά αφρισμένα κύματα που στροβιλίζονταν σαν να ήθελαν να δραπετεύσουν.

Η κουβέντα κύλησε για άλλη μια φορά όμορφα, αλλά η ώρα είχε περάσει. Ήρθε η στιγμή να ξεκινήσω την επιστροφή.

Η Μπουμπούκα με περίμενε ανυπόμονη, έτοιμη να συνεχίσει να γράφει χιλιόμετρα σε γνώριμους και σε άγνωστους δρόμους…

Η διαδρομή μέχρι τη Μονεμβασιά ήταν πανέμορφη, αλλά ο δυνατός αέρας δεν σε άφηνε να την ευχαριστηθείς. Κατά διαστήματα, σε χτυπούσαν ριπές που σε έβγαζαν από την πορεία σου και η συγκέντρωση έπρεπε να είναι συνεχής.

Δεν μπήκα μέσα στο κάστρο. Συνέχισα την πορεία μου προς Συκέα, Μεταμόρφωση, Χάρακα, και από εκεί στο Κυπαρίσσι. Στην κάθοδο, κατάφερα να βράσω το πίσω φρένο,  πέρασα μέσα από το όμορφο χωριό χωρίς να σταματήσω, με τη σκέψη καρφωμένη στο φρένο.

Στη συνέχεια, ακολούθησα τον δρόμο προς τον Φωκιανό ένα καταπληκτικό κομμάτι ασφάλτου που ένωνε τα δύο χωριά, σχεδόν σαν να είχε ξεπηδήσει από πίστα! Μακάρι να ήταν έτσι όλοι οι επαρχιακοί δρόμοι…
Εν τω μεταξύ, πριν το Κυπαρίσσι και μετά τον Φωκιανό, οι δρόμοι δεν είχαν καμία μα καμία σχέση. Όμορφοι μεν, αλλά χωρίς την οδηγική ευχαρίστηση που σου πρόσφερε η σύνδεση των δύο χωριών.

Έκανα μια στάση για καφέ στο Λεωνίδιο, αλλά δεν κατάφερα να βρεθώ με τον φίλο μου τον Μάνο. Οπότε συνέχισα την υπέροχη παραλιακή διαδρομή μέχρι το Ναύπλιο, όπου σταμάτησα ξανά για καφέ και συνάντησα τον Γιώργο είχαμε να τα πούμε από το προηγούμενο φθινόπωρο, οπότε η ώρα πέρασε ευχάριστα με το να μου εξιστορεί πόσο πολύ άλλαξε η ζωή του με την έλευση της εγγόνας!!!

Από εκεί, μπήκα στην Εθνική, με τη Μπουμπούκα να καταπίνει τα χιλιόμετρα αμάσητα…
Τελικά, είναι ένα πολύ καλό μηχανάκι. Απλό, με καταπληκτικές τουριστικές δυνατότητες. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, με ταξίδεψε υπέροχα σε αυτήν τη βόλτα.

Είναι σαν το παλιό, καλό κρασί: όσο παλιώνει, τόσο καλύτερο γίνεται.

Η επιστροφή στην οικογενειακή θαλπωρή είχε τη δική της μαγεία.

Χαμογελαστά πρόσωπα με περίμεναν στην πόρτα, μια αγκαλια, ένα φιλί, ένα πιάτο ζεστό φαγητό και παιχνίδι με τον μικρό, που μου έδειξε χωρίς λόγια πόσο τους είχα λείψει.

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

“Chunky” Gets Tested (BMW R850GS)

The Curse of Time

In most fairytales, there’s a dragon. In Chunky’s case, it’s her age.

It’s rare to find an older bike where the previous owner genuinely tried to keep it like new. Usually, they keep it looking decent, do the bare minimum for maintenance, and fix things only when they break. Preventative replacements? Almost never.

Suspension? Rarely new. At best, maybe a rebuilt shock. Spring upgrades? Not even discussed, the mindset is, “these things never break.” And with the Telelever front end, many believe it doesn’t need replacement at all. Wrong assumptions about what the fork does or doesn’t do.

Wiring and hoses? That’s usually chaos. “If it hasn’t failed, don’t touch it” even if the wiring harness is already falling apart.

Buying an older bike, you know you’re in for a rebuild. How deep that goes depends on how much trust you want to feel when riding. Often, the cost ends up higher than the purchase price. And since you’ll never get that money back, most people just give up: “not worth it.”


What It’s Been Like Together

That’s kind of how things are between me and Chunky, torn between what I should do, what I want to do, and the way I’ve imagined her in my head.

After every major change, I take her out for a ride. This time, I replaced the front shock, rebuilt the rear, synced the throttle bodies, adjusted them, and swapped in injectors from a 1200.

The improvement in handling is clear even though I haven’t nailed the settings yet. The damping works much better you can feel the wheels connected to the road.


First Stop: Psatha

The route was familiar old national road toward Thiva, then through Agia Sotira to Psatha. I stopped now and then for pictures or just to take in the view.

I’m happy with the new front shock. The rear is better than before, but the difference between the two is obvious. Chunky rides well, perfect for flowing country roads. She doesn’t like sudden gear changes, luckily she’s got torque so you don’t have to shift often.

After about 3,000 km together, her main drawback is still her weight. You feel it every time you stop.


A Surprise Dirt Road

Just before Psatha, I pulled over at a clearing. I spotted a dirt road disappearing into the distance. Didn’t take long to decide I had to check it out, and see how Chunky handles off-road.

With the fresh suspension, I felt secure. But if she starts to tip, you’ll need strength and sweat to get her upright again. Her balance is excellent, and at low speeds she tackles obstacles with ease. While you’re riding, you don’t feel her weight. It’s only when you put a foot down that you remember why you called her “Chunky.”

The road sloped downhill, and the rain had carved it up. Washout after washout but she held her ground like a lady. Her “high heels” (the dual-purpose tires) handled it well, even though they’re not full off-road.

I thought the road would lead to a quiet beach—instead, it popped out onto the paved road to Porto Germeno. So I turned around and took the same dirt path back. Thanks to the short first gear and strong torque, climbing back up was a breeze, no clutch slipping needed.


A Breather at Psatha, Twists Toward Schinos

We chilled on Psatha beach for a breather, then continued toward Schinos through Alepochori. The road there is twisty with good asphalt, a great setup for Chunky to show her other side. She’s a joy in tight corners. She’s got the handling but no growl to stir your soul, another one of her weak points, maybe.


Stop at Pisia – and a Small Climb

Just before Pisia, we saw a slightly muddy incline. We stopped. I looked her in the eye, well in her one and only eye (headlight) and asked her, “What do you think?” She answered, “Let’s go.”

Second gear, and we climbed it like it was nothing. I’d planned to go up and come right back down, but the trail looked too interesting. A little further, then a little more, chasing the perfect photo spot… and eventually, we popped out onto the tarmac just before Perachora.


Heraion – Melagavi – and the Way Back

We kept going toward Lake Vouliagmeni, then visited the Heraion archaeological site and the Melagavi lighthouse. I left Chunky parked and walked the site. I’d have never visited it before, totally worth it.

She waited patiently. The ride to Loutraki was beautiful. We found a good rhythm, stopping only for a few photos.


The Verdict

The BMW R850GS reveals its strengths on the open road. It keeps a steady pace without demanding much from the rider. It still has plenty to offer despite its age. As long as you give it the care it needs.

And that’s when the questions start creeping in: Is it worth pouring more money into her, or is it time to let go? Is she a bottomless pit, or a worthy partner, one who gives back as much as you give?

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Η “Στρουμπουλή” δοκιμάζεται (BMW R850GS)

Ο δράκος της παλαιότητας

Στα περισσότερα παραμύθια υπάρχει κι ένας δράκος. Στην περίπτωση της “στρουμπουλής”, αυτός είναι η ηλικία της.

Δύσκολα βρίσκεις ώριμη μοτοσυκλέτα όπου ο προηγούμενος ιδιοκτήτης να έχει προσπαθήσει πραγματικά να τη διατηρήσει σαν καινούργια. Συνήθως την κρατάνε εμφανίσιμη, τη συντηρούν στα βασικά, και αν κάτι χαλάσει, το φτιάχνουν. Προληπτικές αντικαταστάσεις; Σπάνια.

Αναρτήσεις; Σπανίως καινούργιες. Στην καλύτερη, ίσως επισκευασμένο το υδραυλικό ενός αμορτισέρ. Αλλαγή ελατηρίων; Εκτός κουβέντας — κυριαρχεί η λογική “αυτά δεν παθαίνουν τίποτα”. Και λόγω του telelever μπροστινού, πολλοί πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται αντικατάσταση. Λάθος εντυπώσεις για το τι κάνει και τι δεν κάνει το πιρούνι.

Καλωδιώσεις και σωληνώσεις; Εκεί επικρατεί χάος. “Αφού δεν χάλασε, μην το πειράζεις” — ακόμη κι αν η πλεξούδα έχει αρχίσει να μαδάει.

Αγοράζοντας μια παλιά μοτοσυκλέτα, ξέρεις ότι πας για ανακατασκευή. Το πόσο εκτεταμένη θα είναι εξαρτάται από το πόση εμπιστοσύνη θέλεις να νιώθεις πάνω της. Συχνά, το κόστος της υπερβαίνει την αρχική τιμή αγοράς. Και επειδή τα λεφτά αυτά δεν πρόκειται να τα πάρεις πίσω, πολλοί απλώς παραιτούνται: “δεν αξίζει”.


Η δική μου συμβίωση

Κάπως έτσι είναι και η δική μου ιστορία με τη “στρουμπουλή” — ανάμεσα σε “πρέπει” και “θέλω”, και στο πώς την έχω φανταστεί.

Μετά από κάθε μεγάλη αλλαγή, της κάνω μια βόλτα. Αυτή τη φορά, άλλαξα το μπροστινό αμορτισέρ, επισκεύασα το πίσω, έκανα συγχρονισμό στα σώματα ψεκασμού, ρύθμισή τους, και έβαλα μπεκ από το 1200.

Η διαφορά στο πάτημα είναι αισθητή, παρόλο που δεν έχω βρει ακόμα τις σωστές ρυθμίσεις. Οι αποσβέσεις δουλεύουν πολύ καλύτερα — νιώθεις τους τροχούς να ακολουθούν το δρόμο.


Πρώτη στάση: Ψάθα

Η διαδρομή γνώριμη: παλιά Εθνική προς Θήβα και μετά, από την Αγία Σωτήρα προς Ψάθα. Σταματάω πού και πού για φωτογραφίες ή για να χαζέψω το τοπίο.

Είμαι ικανοποιημένος από το νέο μπροστινό. Το πίσω δουλεύει καλύτερα από πριν, αλλά η διαφορά σε σχέση με το μπροστινό είναι εμφανής. Η “στρουμπουλή” έχει ωραίο πάτημα, ιδανική για επαρχιακούς με ροή. Δεν της αρέσουν οι απότομες αλλαγές ταχυτήτων — ευτυχώς έχει ροπή, και δεν χρειάζονται συχνές αλλαγές.

Μετά από περίπου 3000 χλμ μαζί, το βασικό της μειονέκτημα είναι το βάρος. Κάνει αισθητή την παρουσία του κάθε φορά που σταματάς.


Χωματόδρομος στα ξαφνικά

Λίγο πριν την Ψάθα, σταματώ σε ένα πλάτωμα. Βλέπω έναν χωματόδρομο να χάνεται στο βάθος. Δεν μου πήρε πολύ: μπαίνω μέσα για να δω πού βγάζει — και να δοκιμάσω πώς συμπεριφέρεται η “στρουμπουλή” στο χώμα.

Με τις φρεσκαρισμένες αναρτήσεις, νιώθω ασφάλεια. Αν όμως αρχίσει να γέρνει, χρειάζεται γυμνασμένο κορμί και ιδρώτα για να τη σηκώσεις. Έχει πολύ καλό ζύγισμα και στις χαμηλές στροφές περνά εμπόδια με άνεση. Όσο είσαι πάνω της, δεν καταλαβαίνεις το βάρος. Μόνο αν πατήσεις κάτω — τότε σου θυμίζει γιατί την φώναξες “στρουμπουλή”.

Ο δρόμος κατηφορίζει και οι βροχές τον έχουν σκάψει. Το ένα νεροφάγωμα διαδέχεται το άλλο, αλλά εκείνη στέκεται κυρία. Οι “τακουνάτες γόβες” της (τα ελαστικά) τα καταφέρνουν καλά παρότι μεικτής χρήσης.

Πίστευα ότι ο δρόμος θα οδηγεί σε μια ήσυχη παραλία. Αντ’ αυτού, έβγαλε στον ασφαλτόδρομο για Πόρτο Γερμενό. Αναστροφή και επιστροφή από τον ίδιο χωματόδρομο. Η κοντή πρώτη σχέση και η ροπή κάνουν τις ανηφόρες παιχνιδάκι — ο συμπλέκτης δεν χρειάζεται καθόλου πατινάρισμα.


Ανάσες στην Ψάθα, στροφές προς Σχίνο

Μετά από λίγο, καθόμαστε στην παραλία της Ψάθας για μια ανάσα. Συνεχίζουμε προς Σχίνο, περνώντας από το Αλεποχώρι. Ο δρόμος, στριφτερός με καλή άσφαλτο, φέρνει στο φως το άλλο πρόσωπο της “στρουμπουλής”. Απολαυστική στο σφιχτό στροφηλίκι. Μόνο που της λείπει η ηχητική υπόκρουση — ίσως άλλο ένα από τα μειονεκτήματά της.


Στάση στα Πίσια – και μια ανηφορίτσα

Λίγο πριν τα Πίσια, βλέπουμε μια ελαφρώς λασπωμένη ανηφόρα. Σταματάμε. Την κοιτάζω στο μοναδικό της μάτι και ρωτάω: “τι λες;” Μου απαντά: “πάμε”.

Με δευτέρα στο κιβώτιο, την ανεβαίνουμε λες και δεν υπήρχε. Είχα σκοπό να ανέβω και να ξανακατέβω, αλλά η διαδρομή έμοιαζε ενδιαφέρουσα. Όλο λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, για μια ωραία τοποθεσία για φωτογραφία… και τελικά βγήκαμε στην άσφαλτο λίγο πριν την Περαχώρα.


Ηραίον – Μελαγκάβι – και επιστροφή

Συνεχίσαμε προς Λίμνη Βουλιαγμένης, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου και τον φάρο Μελαγκάβι. Άφησα τη “στρουμπουλή” στο πάρκινγκ και περπάτησα στον χώρο. Δεν είχα ξαναπάει — αξίζει.

Με περίμενε στωικά. Η διαδρομή προς Λουτράκι ήταν όμορφη. Πιάσαμε καλό ρυθμό, σταματώντας μόνο για μερικές φωτογραφίες.


Συμπέρασμα

Το BMW R850GS ξεδιπλώνει τις αρετές του στον δρόμο. Κρατάει ρυθμό χωρίς να ζητάει πολλά από τον αναβάτη. Έχει να προσφέρει πολλά — παρά τα χρόνια του. Αρκεί να του δώσεις τη φροντίδα που του πρέπει.

Και τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι: αξίζει να συνεχίσω να ρίχνω λεφτά πάνω της ή να την αποχωριστώ; Είναι, άραγε, ένα βαρέλι δίχως πάτο; Ή είναι τελικά ένας καλός σύντροφος, που όσο τον φροντίζεις, τόσο σου το επιστρέφει;

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Forgotten Villages — The rainmakers

29 Σεπτεμβρίου 2023

Κείμενο από τον Γιώργο Μ.

Ρε συ Παναγιώτη ..”δεν με λυπάσαι”; 

Θα μ’αφησεις να πιω μοναχός τα τσιπρα σαπαν στα βουνά μεθαύριο ρωτησα; 

..”σε λυπαμαι”..  απαντησε ο φιλος και καπως ετσι πατησαμε μιζα για μια ακομα φορα…

Στις βόλτες με τον Παναγιώτη ξέρεις από πριν ότι θα αργήσει κανα μισάωρο και βάλε ενίοτε, όμως του το συγχωρείς διότι ξέρει να διαλέγει όμορφα μηχανάκια και να τα στήσει ακόμα ομορφότερα με τα σωστά αξεσουάρ!

Ξέρεις ότι θα πρέπει να αφήσεις τον μακρύ τον δρόμο για άλλη φορά

τώρα διαλέγεις την σύντομη διαδρομή διότι ο Παναγιωτης ξέρει να την απλώσει κ να την κάνει ταξίδι ολάκερο…

Τρανή απόδειξη η επιλογή να περάσουμε Ριο-Αντιριο όπως παλιά με το καραβάκι κ όχι σβέλτα από την γέφυρα.

Μετά το σύντομο και κυριολεκτικά ”καραβίσιο σπαστό καφεδάκι” βρεθήκαμε ήδη να φωτογραφιζόμαστε στα πρώτα ορεινά των Κραβαρων.

Ενώ επίσης σύντομα τα απομεινάρια της κακοκαιρίας Elias μας έδειξαν ποιός κάνει κουμαντο στην βόλτα…

(συμπληρωματικά θα πω να προσέχετε όταν αγοράζετε αυτά τα σούπερ ντούπερ αδιάβροχα καθώς μπορεί να χρειαστούν ανορθόδοξες μέθοδοι για να τα φορέσετε κ να σας κρατήσουν στεγνούς όπως υπόσχονται…

Με την βροχή να μας ξεχνάει για λίγο αράζουμε με ανάμεικτα συναισθήματα σε ένα από τα πολλά σχεδόν ερημωμένα τούτη την εποχή χωριά που συναντήσαμε…

Η προνοητικότητα των ντόπιων μας δίνει ανάσες και αναπληρώνουμε δυνάμεις σ’ ενα περιβάλλον απόλυτης ηρεμίας κ ησυχίας μέσα στην μαγική φθινοπωρινή φύση.

Διότι οκ τα κατάφερες να μην βραχείς εξωτερικά αλλά εσωτερικά με τέτοια κουφόβραση είχαμε γίνει παπί…

Συνεχίζουμε στεγνοί πλέον… με την καταιγίδα Elias να μας κοιτάζει πονηρά…. και εμείς να λεμε οχι ρε φίλε δεν θα βάλουμε ξανά αδιάβροχα…

Έτσι το πρώτο ταπεινό και υποτυπώδες στέγαστρο είναι αρκετό για να μας προστατεύσει…

Μπορεί να ακουστεί οξύμωρο αλλά αυτές οι στάσεις ήταν εκείνες που μάκρυναν το ταξίδι μας και όχι τα χιλιόμετρα.

Αυτές οι στάσεις, σαν μικρές μονάδες χρόνου που έγιναν αφορμή για κουβέντες, για στοχασμούς, για φιλοσοφικές ερωτήσεις και μπουχαμπέτι με ανταλλαγή απόψεων.

Εντωμεταξύ σταμάτησε η βροχή και ξαναπατάμε μίζα…

Τα ξεχασμένα χωριά διαδέχονται το ένα το άλλο και ξεκάθαρες, φρεσκοπλυμένες από τα πρωτοβρόχια εικόνες μας γεμίζουν τα οπτικά μας κάδρα…

Όμως πολλές οι αφορμές για στάσεις και κατα συνέπεια το ταξίδι μεγαλώνει κι’ άλλο.

Αυτό βέβαια ήταν κ το ζητούμενο απλώς με άλλο τροπο…

Μα πως να αντισταθεί κανείς σε τέτοιες γραφικές προκλήσεις;

Για αυτές ήρθαμε ως εδώ, για αυτές γυρνάμε τα κάθε λογής κουτσοχώρια…

Μάστορα… ψήσε ένα καφεδάκι να σταθούμε…

Και άμα βρεθείτε δώθε να σταθείτε κ εσείς, να δώσετε λίγη ζωή σε όσα με πολύ κόπο βαστάνε κάποιοι λίγοι στα ορεινά χωριά μας,

Και μια ματιά στα σίδερα, αυτά που κάνουν τις σκέψεις πραγματικότητα και με την περιστροφή των τροχών τους φέρνουν το παρελθόν στο παρόν και το πέρα στο εδώ…

Η μέρα γιομίζει γρήγορα στα βουνά και κάθε στροφή αποτελεί αιτία για μια νέα καλλιτεχνική καριέρα…

Πλέον είμαστε οριακά στο φτάνουμε να εδώ δίπλα είμαστε και στο θα προλάβουμε …

Ο καιρός νότια ψεύτο βαστάει ακόμα βόρεια όμως και δυτικά είναι πιασμένος…

Ευτυχώς προλάβαμε καθότι σύντομα άνοιξαν οι ουρανοί των βουνών κ έκαναν την μέρα νύχτα από τα σύννεφα κ την νύχτα μέρα από τις αστραπές…

Η δε βροχή που έπεσε ήταν από εκείνες που θες να τις βλέπεις μέσα από το τζάμι πίνοντας τσιπούρα και ροκανίζοντας υπέροχη κοκκινιστή προβατίνα!!!

Η μυρωδιά του ζεστού ελληνικού και των φρέσκων τηγανιτών αυγών ξυπνάει κάθε πικραμένο (εμείς ευτυχώς δεν είμαστε) και χαράζει νέα πορεία για την επιστροφή, είπαμε η παρέα μακραίνει το ταξίδι κ αυτό την κάνει ξεχωριστή…

Τα πλάνα είναι μικρά και αλλάζουν χωρίς δισταγμό, ομοίως και οι αποφάσεις σαν αυτή της Δεσφίνας όπου αν δεν κουμπώναμε 1η καρφωτή ακόμα εκεί μούσκεμα θα στεκόμαστε 

Ο Μετεωρίτης με εξέπληξε ευχάριστα ομολογώ, πανέμορφο μηχανάκι, ωραίες λιτές γραμμές, γράφει όμορφα στον καθρέφτη σου ενώ οδηγικά παρατηρούσα πόσο άνετα συμπεριφερόταν στο σφιχτό ορεινό στροφιλίκια!

Παναγιώτη ειλικρινά χαίρομαι με την χαρά σου όταν το οδηγείς!

Λίγα κουτσοχώρια ακόμα, λίμνη Μόρνου, Λιδωρίκι για τυρί και κατέβασμα από Πεντεόρια και ανέβασμα από Ιτέα σε ρυθμούς σβέλτους για ξεμπούκωμα.

Τελευταία στάση στην εθνική οδό, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον φίλο και συνταξιδευτή που με πήγε μακρύτερα με την ποιότητα του χαρακτήρα και τις πάντοτε εξαιρετικές συζητήσεις μαζί του!

Ραντεβού στην επόμενη…

‘Εως τότε να είμαστε όλοι καλά και να ταξιδεύουμε!

Η διαδρομή στο Polarsteps

Προβολή της διαδρομής στο Polarsteps

Against all odds (a Moto Guzzi V85TT & 2 BMW R1100GS)

Το τελευταίο διάστημα έχουν συμβεί πολλά που δεν είναι του παρόντος και πολλά σχέδια ακυρώθηκαν …

Οι βόλτες με τις μηχανές ελάχιστες αλλά η ανάγκη να πάρω τους δρόμους μεγάλη …

Το μήνυμα από τους φίλους με γέμισε χαρά!!!

Ξεκίνησε μια ανταλλαγή μηνυμάτων να πάμε εδώ να πάμε εκεί να πάμε παραπέρα, θα βρέχει δεν θα βρέχει ….

Το μόνο σίγουρο ήταν η μέρα.

Πέμπτη θα πηγαίναμε, το που άγνωστο, οι ιδέες πολλές …

Τετάρτη μεσημέρι και έχω πρόβλημα με την δουλειά που αν δεν λυθεί δεν θα μπορέσω να ακολουθήσω …

Τώρα τελευταία αυτό συμβαίνει συνέχεια …

Δεν μπορώ να κανονίσω τίποτα …

Ευτυχώς αργά το βράδυ της Τετάρτης το πρόβλημα λύθηκε …

Ξημερώνει Πέμπτη και όλα κυλούν ήρεμα, η αγαπημένη μου ετοιμάζει το τι θα πάρω μαζί μου, σάντουιτς, καφέδες, σνακ, φρούτα …

Εγώ το μόνο που είχα να κάνω είναι να τα βάλω σε ένα σάκο μαζί με αδιάβροχα να ντυθώ και να φύγω να πάω να βρω τα παιδιά στο προκαθορισμένο ραντεβού στα Mc Donalds στην εθνική μετά τα διόδια …

Το ποτάμι πνιγμένο στην κίνηση όπως κάθε μέρα …

Στο ύψος της Αττικής οδού θυμάμαι ότι τελικά το μόνο πράγμα που ουσιαστικά είχα να κάνω εγώ πέρα από το να ντυθώ δεν το έκανα …

Δεν είχα πάρει αδιάβροχα μαζί μου και δεν υπήρχε χρόνος για γυρισμό …

Πάμε και όπου βγει σκέφτομαι …

Φτάνω και τα παιδιά ήταν ηδη εκεί και περίμεναν, τους ανακοινώνω ότι τα αδιάβροχα τα ξέχασα και προσπαθούσαν να δουν που θα σταματήσουμε να πάρουμε για καλό και για κακό …

Δεν έχουμε συγκεκριμένο προορισμό και έτσι είναι ίσως καλύτερα …

Κανονίζουμε την πρώτη στάση να την κάνουμε στην Αλίαρτο για καφεδάκι κάτω από τα πλατάνια …

Ξεκινάμε, Εθνική μέχρι την Θήβα και από εκεί στον παλιό Θήβας – Λειβαδιάς …

Φτάνουμε Αλίαρτο, πιάνουμε μια καλή θέση, παραγγέλνουμε, ο Άκης έχει λίγο δουλειά να κάνει, με την ευκαιρία ο Γιώργος πετάγεται και παίρνει και κάτι να τσιμπήσουμε από παρακείμενο φούρνο …

Κάτσαμε κάνα μισάωρο ίσως και παραπάνω με συζητήσεις για μηχανές, για κατασκευαστές μηχανών, για το παρελθόν, για το παρόν, έχουμε καιρό να βρεθούμε …

Λίγο πριν φύγουμε ένα γατί αποφάσισε ότι τα σνακ του Γιώργου είναι δικά του οπότε χωρίς να το καταλάβουμε χώθηκε στην σακούλα και προσπάθησε να τα βουτήξει και εν τέλη τα κατάφερε μιας και τα αφήσαμε στην άκρη να τα φάει …

Συνεχίζουμε από τον παλιό με προορισμό την Αμφίκλεια για να κάτσουμε κάπου να τσιμπήσουμε αυτά που κουβαλάγαμε …

Μια στάση στην Χαιρώνεια για μια φωτογραφία με το λιοντάρι είναι επιβεβλημένη  …

Συνεχίζουμε έχοντας τον Παρνασσό στα αριστεράς σκεπασμένο από σκούρα σύννεφα και με μπουμπουνητά να ακούγονται …

Στην Αμφίκλεια σταματάμε για ανεφοδιασμό …

Η μεγαλοκοπέλα που ήταν στο κατάστημα μας άκουγε που λέγαμε για τις καταναλώσεις …

Οπότε όταν γέμιζε την Βέρα της λέω έχεις ακούσει άλλη φορά άνδρες να περηφανεύονται ότι την έχουν μικρότερη ….και μετά από μια μεγάλη παύση της λέω την κατανάλωση…

Αχ καλέ και εγώ νόμιζα ότι μιλάγατε για το άλλο μου λέει γελώντας …

Η συζήτηση διακόπηκε απότομα γιατί το Gs1100 του Ακή άρχισε να τρέχει βενζίνη από την υπερχείλιση μιας και το είχε γεμίσει μέχρι πάνω και το έβαλε στον πλαϊνό ορθοστάτη …

Ένα σπίρτο άρχισα να φωνάζω εγώ, ένα σπίρτο …

Αναπτήρα μου λέει έχω η μεγαλοκοπέλα …

Κάψτο της λέω να ησυχάσει …

Φεύγουμε από το βενζινάδικο και συνεχίζουμε, λίγο μετά το Πολύδροσο βρίσκουμε το τέλειο μέρος κάτω από τα πλατάνια για να κάνουμε το επόμενο διάλειμμα και να φάμε ότι κουβαλούσαμε και με την ευκαιρία να βγάλουμε και καμιά φωτογραφία και να συνεχίσουμε την κουβεντούλα μας …

Η ώρα δυστυχώς περνάει γρήγορα όταν περνάς καλά και εμείς έπρεπε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής …

Επιστρέφουμε από τον ίδιο δρόμο με μια στάση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δαύλειας (ιδέα του Γιώργου) για τις αναμνηστικές φωτογραφίες.

Συνεχίζουμε περνάμε την Θήβα και καταλήγουμε στην ταβέρνα που είναι πάνω στον δρόμο στην Κάζα για να κλείσουμε την βόλτα και με “ένα” μεζεδάκι …

Χωριστήκαμε στην Μάνδρα όπου τα παιδιά πιάσανε την Αττική οδό και εγώ συνέχισα στην Κορίνθου – Αθηνών …

Τι ωραία που είναι όταν τριγυρνάς χωρίς σκοπό απλά και μόνο για να βολτάρεις !!!

Χωρίς να σε νοιάζει το που θα φτάσεις και από που θα πας …

Το μόνο που είχε σημασία ήταν η καλή παρέα, τα γέλια, τα πειράγματα, οι κουβέντες!!!

Μέχρι την επόμενη φορά λοιπόν ….